Αχ αυτοί οι Έλληνες

20131028
Θανάσης Μαυρίδης / www.capital.gr

Ευχαριστούμε το φίλο Γιώργο Στεφ. Τσιβάρα για το παρακάτω κείμενο που μας έστειλε και αποδίδεται στον Κωνσταντίνο Τσάτσο

Κάποτε με τούτην την ισοπέδωση προς τα κάτω νομίζουν πως επαναφέρουν το πολίτευμά τους στην ορθή του βάση. Μάταια ξεχώρισε ο μεγάλος Σταγειρίτης τη «δημοκρατία» (Σημ. την παρεκβατική δημοκρατία, δηλ. την οχλοκρατία) από την «πολιτεία» (Σημ. την ορθή δημοκρατία). H θέλησή τους για ισότητα, άμα την αναλύσης, θα δης ότι δεν απορρέει από την αγάπη της δικαιοσύνης, αλλά από το φθόνο της υπέρτερης αξίας. “Μια που εγώ”, λέει ο έλληνας, “δεν είμαι άξιος να ανεβώ ψηλότερα από σένα, τότε τουλάχιστον και εσύ να μη ανεβής από μένα ψηλότερα. Συμβιβάζομαι με την ισότητα”. Συμβιβάζεται με την ισότητα ο έλληνας, γιατί τι το άλλο είναι παρά συμβιβασμός να πιστεύης ανομολόγητα πως αξίζεις την πρώτη θέση και να δέχεσαι μιαν ίση με των άλλων. Μέσα του λοιπόν δεν αδικεί τόσο ο έλληνας, όσο πλανάται. Γεννήθηκε με την ψευδαίσθηση της υπεροχής.

Και ύστερα θα συναντήσης και μεταξύ των ελλήνων την άλλη την ψευδαίσθηση που τους κάνει να υπερτιμούνε τη μιαν αρετή που έχουν και να υποτιμούνε τις άλλες που τους λείπουν. Είδα δειλούς που φαντάζονταν πως μπορούν να ξεπεράσουν όλους μονάχα με την εξυπνάδα τους και ανδρείους που πίστευαν πως φτάνει για να ξεπεράσουν όλους η ανδρεία τους. Είδα έξυπνους που φαντάζονταν πως δε χρειάζεται για να γίνουν πρώτοι ούτε επιστήμη, ούτε αρετή. Είδα κάτι σοφούς που θέλαν να σταθούν απάνω και από τους έξυπνους και από τους ανδρείους με μόνη την επιστήμη και τη σοφία. Πόσο αλήθεια άμαθοι της ζωής μπορεί να είναι αυτοί οι αφεντάδες της γνώσης! Τι κακό μας έκανε αυτός ο Πλάτωνας! Πόσους δασκάλους πήρε στο λαιμό του που νομίσανε πως είναι «άνδρες βασιλικοί»! (Σημ. με ελληνικά στοιχειά στο πρωτότυπο).

Μα είδα τέλος, αγαπητέ μου Νάβιε, και κάτι ενάρετους, που δεν το χώνευαν να μην είναι πρώτοι στην πολιτεία, αφού ήταν πρώτοι στην αρετή. Και βέβαια δε στασίαζαν όπως οι βάναυσοι και οι κακοί, αλλά ή αποσύρονταν σιωπηλοί και απογοητευμένοι στους αγρούς των, αφήνοντας το δήμο στα χέρια των δημαγωγών και των συκοφαντών, ή δηλητηριάζανε την ίδια τους την αρετή και τους ωραίους της λόγους με την πίκρα της αποτυχίας των. ωσάν οι ηγεσίες των πολιτειών να μην ήταν μοιραία υποταγμένες στις ιδιοτροπίες της τύχης και του χρόνου και σε λογής άλλους συνδυασμούς δυνάμεων που συνεχώς τις απομακρύνουν απ΄ την ιδεατή τους μορφή και τις παραδίνουν στα χέρια των ανάξιων ή των μέτριων. Τέτοια είναι τα πάθη και οι αδυναμίες που φθείρουν τους ηγέτες των ελληνικών πόλεων.

Όσο για τους οπαδούς των ηγετών αυτών, έχουν και αυτοί την ιδιοτυπία τους στον μακάριον εκείνον τόπο. Είναι οπαδοί, πραγματικοί οπαδοί, μόνο όσοι χάσαν οριστικά την ελπίδα να γίνουν και αυτοί ηγέτες. Έτσι θα παρατηρήσης πως πιστοί οπαδοί είναι μόνο οι γεροντότεροι από τον ηγέτη τους. Ελάχιστοι είναι οπαδοί από πίστη ιδεολογική ή από πίστη στον ηγέτη οι πολλοί είναι πειθαναγκασμένοι από τα πράγματα γιατί ατύχησαν, γιατί βαρέθηκαν ή λιποψύχησαν. Γι΄ αυτό είναι και όλοι προσωρινοί, άπιστοι, ενεδρεύοντες οπαδοί, ως που να περάσει η κακή ώρα.

Μα και αυτοί που μένουν και όσο μένουν οπαδοί, προσπαθούν συνεχώς να αναποδογυρίσουν την τάξη της ηγεσίας και να διευθύνουν αυτοί από το παρασκήνιο τον ηγέτη. Γι΄ αυτό και βλέπεις τόσο συχνά να είναι περιζήτητοι οι μέτριοι ηγέτες, που προσφέρονται ευκολότερα στην παρασκηνιακήν ηγεσία των οπαδών των. Σε πολλές περιπτώσεις δεν έχει σημασία να ξέρης ποιος είναι ο ονομαστικός ηγέτης μιας πολιτικής μερίδας, αλλά ποιοι εκ του αφανούς τον διευθύνουν. Βλέπεις, είναι μερικοί άνθρωποι που δεν είναι προικισμένοι με τα χαρίσματα με τα οποία αποκτάς τα φαινόμενα της ηγεσίας, αλλά μόνο με εκείνα που χρειάζονται για την ουσία της, για την άσκηση της εξουσίας. Είναι αναγκασμένοι λοιπόν οι τέτοιοι να περιορισθούν στο ρόλο του υποβολέα και να αφήνουν τους άλλους, που κατέχουν τα φαινόμενα, να χαριεντίζονται απάνω στη σκηνή.

Δε σου κρύβω πως με πείραξε ο λόγος σου, πως δείχνομαι τάχα κακός και άδικος με τους έλληνες. Ας αρχίσω λοιπόν σήμερα το γράμμα μου με έναν έπαινο γι΄ αυτούς, για να ξεπλύνω έτσι κάπως τη μομφή σου. O εγωισμός δεν κάνει τους έλληνες μόνο κακούς πολίτες στην αγορά, τους κάνει και καλούς στρατιώτες στον πόλεμο. Έχουν αιώνων τρόπαια που μέσα στη μνήμη τους γίνονται σα νόμοι άγραφοι και επιβάλλουν την περιφρόνηση της κακουχίας και του κινδύνου. Μη συγχέης τη διάλυση της στρατιωτικής δύναμης, που έχει αφορμή τις εμφύλιες έριδες, με την ατομική γενναιότητα καθώς και την πολεμική δεξιοτεχνία των ελλήνων.

Μα και δεν είναι μόνο στον πόλεμο ο έλληνας γενναίος και άξιος μαχητής, αλλά και στην ειρήνη. Ακριβώς γιατί η γενναιότητά του δεν είναι συλλογική, σαν των περισσότερων λαών, αλλά ατομική, γι΄ αυτό δε φοβάται, και εκεί που βρίσκεται μόνος του, να ριψοκινδυνεύη, στην ξενιτιά, στο παράτολμο ταξίδι, στην εξερεύνηση του αγνώστου. Γι΄ αυτό και τόλμησε τέτοια που εμείς δε θα τολμούσαμε ποτέ και θεμέλιωσε για αιώνες αποικίες έξω από τις στήλες του Ηρακλέους και πέρα, μέσα στα χιόνια της Σκυθίας. και στον καιρό μας ακόμη έλληνες δεν είναι εκείνοι που τόλμησαν να διασχίσουν άγνωστες θάλασσες για να φτάσουν στη χώρα των Ινδών και στις έμπυρες χώρες πιο κάτω από τη γη των Αιθιόπων;

Αναρωτιέσαι κάποτε γιατί τα τολμάει αυτά τα παράτολμα ο έλληνας; Επειδή είναι γενναίος ο έλληνας, είναι και παίκτης. Παίζει την περιουσία του τη ζωή του και κάποτε και την τιμή του. Γεννήθηκε για να σκέπτεται μόνος, για να δρα μόνος, για να μάχεται μόνος και γι΄ αυτό δε φοβάται τη μοναξιά. Εμείς αντίθετα είμαστε από τα χρόνια τα παλιά μια υπέροχα οργανωμένη αγέλη. Σκεπτόμαστε μαζί, δρούμε μαζί, μαχόμαστε μαζί και μοιραζόμαστε μαζί την τιμή, τα λάφυρα και τη δόξα. Οι έλληνες δε δέχονται, όσο αφήνεται η φύση τους ελεύθερη, να μοιρασθούν τίποτα με κανέναν. Το εθνικό τους τραγούδι, αρχίζει με έναν καυγά, γιατί θελήσανε να κάνουν μοιρασιά ανάμεσα σε άντρες που μοιρασιά δε δέχονται.

Και μια που πήρα το δρόμο των επαίνων, άκουσε και τούτο, που δεν είναι και ο μικρότερος. Οι αυστηρές κρίσεις που τώρα βδομάδες σου γράφω, θαρρείς πως είναι μόνο δικές μου; Τις πιο πολλές τις διδάχτηκα από ένα έλληνα, από τον Επίκτητο. Νέος τον άκουσα να εξηγή το μέγα δράμα του γένους του. Ήσυχα καθαρά, με την ακριβολογία και τη χάρη που σφράγιζε το λόγο του, μας ετοίμαζε για έναν κόσμο που είχε πια περάσει, για μιαν Ατλαντίδα που είχε κατακαλύψει ο Ωκεανός. Κάποτε κάνοντας την απολογία της πατρίδας του, μας έλεγε: «Δεν είναι τόσο δίκαια τα ανθρώπινα, ώστε μόνο αμαρτήματα να είναι οι αιτίες των τιμωριών. H Τύχη, η τυφλή θεά, η τελευταία στην οποία θα πάψω να πιστεύω, πρόδωσε συχνά τους έλληνες στο δρόμο τους. Αλλά και αυτοί, πρόσθετε, τη συντρέξανε με το δικό τους τρόπο». Μη νομίσης όμως πως μόνο ένας Επίκτητος κατέχει την αρετή του «γνώθι σαυτόν» (Σημ. Στο πρωτότυπο γραμμένο ελληνικά). Σε κάθε κόγχη απάγκια της αγοράς κάθε πόλης, σε κάθε πλάτανο από κάτω της ευλογημένης ελληνικής γης, θα βρης και έναν έλληνα, αδυσώπητο κριτή του εαυτού του. Και εύκολα θα σου ξανοιχθή και ας είσαι ξένος. Αρκεί εσύ να μην αρχίσης να κακολογής τίποτα το ελληνικό, γιατί τότε μέσα του ξυπνάει μια άλλη αρετή, η περηφάνια.

Ναι, ναι, σε βλέπω να γελάς, Ατίλιε Νάβιε, αυτούς του ταπεινούς κόλακες που σέρνονται στους προθαλάμους μας, γελάς που τους ονομάζω περήφανους. Και όμως θα αστοχήσης στο έργο σου αν αγνοήσης αυτή την αλήθεια. Πρόσεξε την υπεροψία και τη φιλοτιμία των ελλήνων. Μην πλανάσαι! Έχουν την ευαισθησία των ξεπεσμένων ευγενών. Είναι γκρεμισμένοι κοσμοκράτορες, ποτέ όμως τόσο χαμηλά πεσμένοι, ώστε να ξεχάσουν τι ήτανε. H πολυσύνθετη ψυχή τους χωράει λογής αντιφάσεις και έρχονται ώρες που για πολλούς είναι δίκαιος ο ειρωνικός λόγος του Ιουβενάλιου Graeculus esuriens, in coelum jusseris, ibit [μετ. «Το λιμασμένο γραικύλο κι΄ αν στον ουρανό τον προστάξης (να πάη), θα πάη.»] Αλλοι όμως είναι τούτοι οι γραικύλοι και άλλοι οι έλληνες. Και το πιο περίεργο: οι ίδιοι τούτοι σε άλλες ώρες είναι γραικύλοι και σε άλλες έλληνες (Σημ. ο συγγραφέας παίζει εδώ με τις λέξεις graeculus και graeci. Στη μετάφραση φυσικά το λογοπαίγνιο χάνεται).

Δεν πρέπει ποτέ να δώσης στον έλληνα την εντύπωση ότι του αφαίρεσες την ελευθερία του. Άφησέ τον, όσο μπορείς, να ταράζεται, να θορυβή και να ικανοποιή την πολιτική του μανία, μέσα στη σφαίρα που δεν κινδυνεύουν τα συμφέροντα της αυτοκρατορίας. Εσύ πρέπει να έχης την τέχνη να επεμβαίνης μόνο την τελευταία στιγμή, όταν δεν μπορείς να βάλης τους έλληνες τους ίδιους να αποτρέψουν το δυσάρεστο. Πάντοτε βρίσκονται οι διαφωνούντες μεταξύ των ελλήνων, που θα είναι πρόθυμοι να σε βοηθήσουν είτε θεληματικά, είτε, συνηθέστερα, αθέλητά τους.

Υποβοηθώντας το τυφλό παιχνίδι των φατριών από το παρασκήνιο, χωρίς να προσβάλλης την περηφάνια τους, μπορεί να οδηγήσης τις ελληνικές πόλεις προς το καλό πολύ ευκολότερα παρά με τις σοφότερες διαταγές που θα εξέδιδες, αν ήσουνα ανθύπατος στην Ισπανία ή στην Ιλλυρία. Valde aveo scire quid agas. Data Nonis Juniis ex Tusculo.

Όμως αν θέλης στην Ελλάδα πραγματικά να επιβάλης μιαν απόφασή σου, όσο σωστή και αν είναι, κοίταξε να μη φανή η πρόθεσή σου. Πρέπει να θυσιάσης την τιμή μιας απόφασης για να την επιβάλης μεταξύ των ελλήνων. Κάλεσε ιδιαιτέρως έναν έναν τους αρχηγούς των μερίδων. Δώσε στον καθένα την ευκαιρία μιας επίπλαστης πρωτοβουλίας. Φυσικά, αν δυστροπούν, να τους τρομάξης. Αλλά και αυτό υπό εχεμύθειαν, χωρίς να αναγκάσης τη φιλοτιμία τους να πάρη τα όπλα. Δώσε τους κάποια περιθώρια έντιμης υποχώρησης, και όταν ακόμα στην πραγματικότητα διατάσσης. Μην τους πης ότι διατάσσεις, πες τους ότι δεν διατάσσεις, αλλά ότι αν δεν γίνη τούτο και εκείνο, τότε οι ρωμαϊκές λεγεώνες θα αναγκασθούν να μετασταθμεύσουν, για λόγους ασφάλειας, σε άλλη επαρχία και τότε μπορεί τίποτε Γέτες ή Κέλτες ή Δακοί να στείλουν τα στίφη τους να δηώσουν τη χώρα και ας αναμετρήσουν οι ίδιοι τις συνέπειες και ας αποφασίσουν.

Όλα αυτά δε σου τα λέω για να σε κάνω να περιφρονής τους έλληνες. Απεναντίας σου τα λέω για να τους καταλάβης και να τους προσέξης. Ακόμη και σήμερα διατηρούν τα ίχνη μερικών αρετών που μοιάζουν με τη χόβολη μιας μεγάλης πυράς. Μελετητές της ψυχής των ατόμων και του όχλου, θα τους δης να εκτελούν μερικούς θαυμάσιους ελιγμούς, να χαράζουν πολιτικά σχέδια περίλαμπρα, με μιαν ευκινησία στη σκέψη και μια γοργότητα στις αντιδράσεις που εμείς εδώ ποτέ δε φτάσαμε. Μόνο που ύστερα θα μελαγχολήσεις βλέποντας πως είναι πια ασήμαντοι οι σκοποί για τους οποίους ξοδεύονται αυτά τα εξαίσια χαρίσματα».

Πραγματικότητα ή «κατασκεύασμα»;

Δεν είναι η πρώτη φορά που η εν λόγω επιστολή βγαίνει στο φως της δημοσιότητας. Έχει αμφισβητηθεί έντονα το αν πρόκειται για πραγματικό κείμενο ή αν το «κατασκεύασε» ο Κωνσταντίνος Τσάτσος. Ο κ. Παπαθεμελής έγραψε σε σχετική του επιστολή προς την ΕΤ 3: «Διέλαθε της προσοχής σας, καθώς και εκείνης των πανεπιστημιακών συνομιλητών σας ότι τόσο ο Μενένιος Άπιος όσο και οι επιστολές του είναι πλάσμα της φαντασίας του αειμνήστου Κωνσταντίνου Τσάτσου.

Ο Τσάτσος είχε δημοσιεύσει τα κείμενα αυτά στο περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ του 1954. Τα αναδημοσίευσε επίσης στη Β’ σειρά των Αφορισμών και Διαλογισμών του (Βιβλιοπωλείο της Εστίας β’ έκδ. 1970 σελ.243 έπ.) με τον τίτλο «Οξυρρύγχειοι Πάπυροι».

Εκεί ο συγγραφέας περιγράφει ότι πέρασε τάχα από την Αθήνα ένας παλιός συμφοιτητής του τότε Καθηγητής Πανεπιστημίου σε χώρα του Βορρά που τον πληροφόρησε ότι κάπου στην Αίγυπτο στην αρχαία Οξύρρυγχο, το σημερινό Μπενεζέ, βρέθηκαν πάπυροι σε λατινική γλώσσα που περιείχαν απόψεις του εν λόγω Μενένιου για τους Έλληνες.

Το δημιούργημα της φαντασίας του Κ.Τ. υπήρξε εξαιρετικά πειστικό, έγινε δεκτό χωρίς επιφυλάξεις. Τριάντα χρόνια μετά, τον Μάϊο του 1983, προκλήθηκε μια έντονη αμφισβήτηση της γνησιότητας των Οξυρρύγχιων Παπύρων από τις στήλες της «Καθημερινής» και της «Εστίας» οπότε τότε παρενέβη ο Κ.Τσάτσος και ομολόγησε («Καθημερινή 27/5/1983) ότι οι «Οξυρρύγχειοι Πάπυροι» είναι «ολόκληρο κατασκεύασμα δικό του».

Προς παρηγορίαν σας, ακόμη και ο κορυφαίος ιστορικός του Νέου Ελληνισμού ο μακαρίτης Καθηγητής Απόστολος Βακαλόπουλος στο βιβλίο του «Ο Χαρακτήρας των Ελλήνων» είχε αποδεχθεί ως αληθινούς τους παπύρους και τον Μενένιο (πρβλ. την μαρτυρία του σε νεότερη έκδοση του «Χαρακτήρα των Ελλήνων» εκδόσεις ΗΡΟΔΟΤΟΣ χ.χ.σ.34 υποσ. 32)».

Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι πρόκειται για δημιουργία του Κωνσταντίνου Τσάτσου, νομίζουμε ότι είναι τέλειο και αποτελεί ένα κείμενο που όμοιό του δύσκολα θα μπορούσε να δημιουργήσει ένας άλλος άνθρωπος. Και σαν κείμενο και σαν σύλληψη, το κείμενο του Κωνσταντίνου Τσάτσου είναι μοναδικό. Κι ως τέτοιο ας το… απολαύσουμε κι ας πάρουμε από αυτό ό,τι θα μας είναι χρήσιμο για την πορεία μας…

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *