Η θέση της γυναίκας στη ρουμελιώτικη ύπαιθρο

FtS112

Βίκτωρ Σαμπώ

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ
Απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο του Παλαιοχωρίτη Βίκτωρα Σαμπώ, με το προσωρινό τίτλο, «ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑΣ – ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΗΣ ΕΠΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΗΣ ΓΟΥΡΝΑΣ (ΔΗΛΑΔΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΚΛΕΙΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΗ ΠΑΡΝΑΣΣΟ – ΓΚΙΩΝΑ – ΟΙΤΗ – ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΟ ΚΑΙ ΠΗΓΑΖΕΙ Ο ΒΟΙΩΤΙΚΟΣ ΚΗΦΙΣΟΣ )».

Οι γυναίκες στη Ρούμελη, και κατ’ επέκταση και στα χωριά μας, είχαν ανέκαθεν μια ξεχωριστή, σοβαρή και βαρύνουσα θέση στη μικρή χωριάτικη κοινωνία και ιδιαίτερα τα χρόνια της οικιακής οικονομίας. Τα χρόνια δηλαδή εκείνα που το κάθε νοικοκυριό, έπρεπε να έχει αυτάρκεια σ’ ότι χρειαζόταν, για να επιβιώσει. Και αν δεν είχε κάποια είδη διατροφής, έπρεπε να του περισσεύουν κάποια άλλα, για να τ’ ανταλλάξει και να αποκτήσει εκείνα που του έλλειπαν. Ήταν πολλά τα νοικοκυριά που βγάζανε π. χ. πολύ σιτάρι και καλαμπόκι και τ’ αντάλλασσαν με άλλους που δεν είχαν σιτάρι, αλλά είχαν πατάτες, φασόλια, τυρί, μαλλιά. Και αυτή τη διαχείριση την έκαναν οι γυναίκες που είχανε την ευθύνη της καθημερινής διατροφής της οικογένειας και γνωρίζανε τι λείπει και τι περίσσευε στο νοικοκυριό.

Την ίδια εκείνη εποχή ελάχιστες οικογένειες ήταν εκείνες, σχεδόν καμία, που μπορούσε στα χωριά μας ν’ αγοράσει υφάσματα, για να κάνει ρούχα να ντυθεί ή να σκεπαστεί.

Για τούτο τον λόγο αναπτύχθηκε στα χωριά μας – όπως και σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα εκτός από τις πόλεις-, και σε μεγάλο βαθμό μάλιστα, η γυναικεία λαϊκή χειροτεχνία, που είχε να κάμει με την υφαντική, την πλεχτική και με το κέντημα.

ΟΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΕΓΝΟΙΕΣ ΜΙΑΣ ΠΑΛΙΑΣ ΝΟΙΚΟΚΥΡΑΣ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΜΑΣ

Αξημέρωτα σηκωνότανε κάθε νοικοκυρά στο χωριό μας να γνοιαστεί το τι θα φάνε τα πολλά στόματα, όπου είχανε τότε οι παλιές Ρουμελιώτικες οικογένειες.
Κατέβαινε και έπαιρνε ξύλα λιανά και χοντρά και τα ανέβαζε και τα ακουμπούσε στο τζάκι. Καθόταν ύστερα στο σκαμνί πλάι στο τζάκι και άναβε τη φωτιά. Και όταν καταλάβαινε πως είχε ανάψει καλά η φωτιά, έβαζε τον κούτλα – κατσαρόλα με μακρύ χερούλι – να ετοιμάσει το γάλα ή το τσάι για το πρωινό της οικογένειας, πριχού ξεκινήσουνε ο καθένας για τις δουλειές τους.
Τα μικρότερα παιδία για το σχολειό και τα μεγαλύτερα για τα ζώα, τα περιβόλια, τα χωράφια και τ’ αμπέλια. Και ώσπου να τους ξεβγάλει όλους, έπρεπε να ιδεί τι θα ετοιμάσει για το μεσημεριανό και το βραδινό της οικογένειας. Τις πιο πολλές φορές έπρεπε να πάει να μαζέψει αγριόχορτα ή σαλιγκάρια όταν υπήρχαν μετά από απόβροχο.
Και πάν’ από τούτες τις έγνοιες του φαγητού και όλες οι άλλες δουλειές του νοικοκυριού. Να συγυρίσει και να παστρέψει το σπίτι, να στρώσει κρεβάτια, να πλύνει πιατικά, να μπαλώσει ρούχα, να βάλει μπουγάδα, να σιδερώσει. Να γνοιαστεί τα υφαντά, τα πλεχτά, και τα κεντίδια, να πάρει τη σκεπαρνιά ή το τσαπί για σκάλο,

Πάλε θα πάει για δουλειά
κι είναι και μικρομάνα,
ταχιά θα ξεκινήσουμε
το σκάλο στα βαμβάκια.
Στο ένα χέρι το παιδί
και στ’ άλλο το ξινάρι.
Κοιμήσου αγγελούδι μου
σ’ ανάσκελο σαμάρι. (Β. Σ.)

Ή να αρπάξει το δρεπάνι να βγει στο θέρο την εποχή του θερισμού – στ’ αλώνι όταν αλωνίζανε και στ’ αμπέλι όταν τρυγάγανε. Σ’ όλα μέσα οι νοικοκυράδες των χωριών μας. Το ίδιο και οι νοικοκύρηδες που ζευγαρίζανε και οργώνανε τα χωράφια, που σκάβανε και αυλακιάζανε, που φυτεύανε, που καταγινόντουσαν με τα ζωντανά, που νοιαζόντουσαν να μη λείπουνε τα ξύλα από το σπίτι και τόσα άλλα.

Μεγάλες οι οικογένειες τότε και τα μεγαλούτσικα παιδιά από οχτώ – δέκα χρονών και πάνω μπορούσαν και βοηθούσαν τους γονιούς τους για τα καλά. Τα αρσενικά στις αντρίστ(ι)κ(ι)ς δ’λειές και τα θηλυκά στις γ(υ)νικείις, με τη καθοδήγηση και την έγνοια των γονέων των, ώστε να μαθαίνανε και εκείνα σιγά, σιγά.

Και με όλες αυτές τις έγνοιες κάθε νοικοκυρά εύρισκε καιρό για να καταγίνεται και με τη παραδοσιακή γυναικεία λαϊκή χειροτεχνία, απ’ όπου άφησε τόσα και τόσα αριστουργήματα, που θαυμάζουμε σήμερα, στα σπίτια μας – έργα της προγιαγιάς, της γιαγιάς ή της μάνας – ή σε μουσειακές και ιδιωτικές λαογραφικές συλλογές.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *