Casale Procovenico

FtS88

Με ιδιαίτερη χαρά και ικανοποίηση δημοσιοποιούμε αξιολογότατη εργασία του συγχωριανού φίλου και συνεργάτου μας Δικηγόρου Αθηνών κ. Περικλή Αστρακά που μας μεταφέρει με άκρως ενδιαφέροντα στοιχεία και λεπτομέρειες, πολλούς αιώνες πίσω στην ιστορία του χωριού μας Σκαμνού, πρώην Προκοβενίκου ή άλλως Casale Procovenico, στον 11ο αιώνα μ.Χ. όταν ο τόπος μας τελούσε υπό την Ρωμαϊκή επικυριαρχία, υποτελής στους Λατίνους. Ουσιαστική ήταν εδώ η συνδρομή του Σέρβου φιλλέληνος επιστήμονος, προσωπικού φίλου του Περικλή κ. Μίοντρακ Πέτροβιτς, επιστημονικού συμβούλου του εν Βελιγραδίω Ιστορικού Ινστιτούτου της Ακαδημίας Επιστημών & Τεχνών, προς τον οποίο και από τη θέση αυτή εκφράζουμε τις θερμές ευχαριστίες και συγχαρητήριά μας.

Βασική Πηγή της ερεύνης είναι η Πατρολογία σε πλήρη σειρά, στην λατινική, τόμος 215 (=Patrologiae Cursus Completus, Tomus CCXV.)

***
1) Η αρχαιοτέρα γραπτή ιστορική πηγή περί του χωρίου Προκοβενίκου, [Σκαμνού, (Casale Procovenico)], είναι η από 13 Φεβρουαρίου 1208 επιστολή του Πάπα Ιννοκεντίου του Γ΄ (1160 – 1216).

Η επιτολή αυτή εγράφη εις το Λατερανόν υπό του Πάπα της Ρώμης Ιννοκεντίου του Γ΄ (Innocentius III) και εις τας εντύπους εκδόσεις των έργων του φέρεται με τον αριθμόν CCLVI (256).
Το κοσμικόν του όνομα ήτο Ιωάννης – Λοθάριος, κόμης του Σένι (Lotharius de Segnia). Ούτος, μετά τας σπουδάς του εις το Παρίσι και την Μπολόνια, έγινε το 1189 / 1190 καρδινάλιος – διάκονος και το 1198, εις ηλικίαν 37 ετών ανήλθεν εις τον θρόνον του Αγίου Πέτρου, εκλεγείς Πάπας, με το όνομα Ιννοκέντιος ο Γ΄ (Innocentius III).
Ούτος έφερε τον Παπισμόν του Μεσαίωνος εις το αποκορύφωμά του, η δε διοίκησίς του σημειώνει το απόγειον της ποντιφικής δυνάμεως κατά τον Μεσαίωνα, καθ΄ όσον:
i) Επί των ημερών του προσήρτησεν εις το Παπικόν Κράτος την Ραβένναν και την Αγκώνα.
ii) Κατά το έτος 1198 παρεσκεύασε την Δ΄ Σταυροφορίαν (1202 / 1203 – 1204, αποτέλεσμα της οποίας ήτο η κατάληψις της Κωνσταντίνουπόλεως (1204) και η κατάλυσις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
iii) Η πολιτική επικυριαρχία του ηπλώθη και επεξετάθη εις την Αγγλίαν, – [μετά τον Πόλεμον κατά του Ιωάννου του Ακτήμονος (1167 – 1216), βασιλέως της Αγγλίας (1199 – 1216)]-, την Πορτογαλίαν, την Αραγωνίαν, την Καστίλλην, την Δανίαν, την Σουηδίαν, την Πολωνίαν, την Ουγγαρίαν και την Βουλγαρίαν, (Βασίλειος Στεφανίδης: Εκκλησιαστική Ιστορία, εβδόμη ΄Εκδοσις. Αθήνα 1986, σελίδες 501 και επόμεναι) και
iv) Επί των ημερών του συνεκλήθη και η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος της Καθολικής Εκκλησίας του Λατερανού (1215), η οποία επέβαλε τας μεταρρυθμίσεις εις το καθεστώς των Κληρικών και Λαϊκών εις τα πλαίσια της Καθολικής Εκκλησίας.
Το Λατερανόν ήτο περίφημον ανάκτορον εις το νοτιοδυτικόν τμήμα της Ρώμης, το οποίον εχρησίμευεν ως έδρα των Παπών μέχρι του έτους 1305 μ.Χ. Εις το Λατερανόν κείται η ονομαστή Βασιλική του Αγίου Ιωάννου, εις την οποίαν συνεκλήθησαν εν συνόλω δέκα τρεις (13) Σύνοδοι της Καθολικής Εκκλησίας, εκ των οποίων πέντε (5) χαρακτηρίζονται ως Οικουμενικαί της Καθολικής Εκκλησίας των ετών 1123, 1139, 1179, 1215 και 1412 αντιστοίχως.
Ο Ιννοκέντιος ο Γ΄, την εποχήν, που ήτο Καρδινάλιος, έγραψε Θεολογικάς Πραγματείας, εκ των οποίων μεγάλην επίδρασιν ήσκησεν κυρίως η «De miseria humanae conditionis» (= Περί της αθλιότητος της ανθρωπίνης καταστάσεως).
Αι εξέχουσαι γνώσεις του εις το Κανονικόν Δίκαιον εύρον την πλήρη έκφρασίν των εις μιαν συλλογήν επιστολιμαίων διαταγμάτων (epistolae decratales), η οποία αποκαλείται Compilatio III. (Tusculum – Λεξικόν. Μετάφρασις: Αθανάσιος Φούρλας, Αθήνα 2003, Τόμος Β΄, σελίδες 749 – 750. ΔΟΜΗ: Ιστορία των Ελλήνων, Τόμος 20. Ιστορικόν Λεξικόν Αθήνα 2006, σελίδες 273 – 274, Πρωΐας: Επίτομον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν, Τόμος Β΄, Λ-Ω, λήμμα: Λατερανόν, σελίς 1577, στήλη α΄, Π. Θ. Σωμμαρίπα: Ιστορία της Καθολικής Εκκλησίας, Αθήναι 1940, § 3, αριθμός 93, σελίδες 101 – 102, κ.λπ.).
2) Η από 13 Φεβρουαρίου 1208 επιστολή του Πάπα Ιννοκεντίου του Γ΄ εγράφη εν Λατερανώ δια χειρός Ιωάννου της Αγίας Μαρίας, εν αξιώματι διακόνου, Καρδιναλίου και Καγκελαρίου (Γραμματέως – Υπουργού) της Αγίας Έδρας, εις τας ειδούς (13) του Φεβρουαρίου, Ινδικτιώνος 11, το έτος 1208 της ενσαρκώσεως του Κυρίου, αρχιερατούντος εις τον αληθή Κύριον του Ιννοκεντίου Πάπα του Γ΄ κατά το ενδέκατον έτος της παπικής αρχιεροσύνης του, εν τέλει δε της επιστολής δίδεται η σχετική πληροφορία:

«…Datum Laterani per manum Joannis Sanctae Mariae in Cosmidin diaconi cardinalis, S.R.E. cancellarii, Idibus Februarii, indictione XI, Incarnationis Dominicae anno 1208, pontificatus vero domni Inocentii papae III anno undecimo …».

3) Η ως άνω από 13 Φεβρουαρίου 1208 επιστολή του Πάπα Ιννοκεντίου του Γ΄ χαρακτηρίζεται υπό των διαφόρων συγγραφέων ως:
α) αποστολικόν σιγγίλον (το), ή, σιγίλιον (το), ή, σιγίλλιον, (το) (= σφραγίς, έγγραφον εκκλησιαστικής αρχής, φέρον σφραγίδα) και τούτο εκ του λατινικού sigillum, -i, υποκοριστικόν του signum, = εκτύπωμα, σήμαντρον, σημάτιον, μικρόν σημείον. Εκ του sigillum παράγεται το λατινικόν – μεσαιωνικόν sigillium και εκ τούτου το μεσαιωνικόν – νεοελληνικόν: σιγγίλλιον, (το) = σφραγίς, σφραγίδα, επίσημον εκκλησιαστικόν έγγραφον, φέρον την σφραγίδα του Πάπα,
β) παπική βούλλα ή βούλα (η) εκ του λατινικού bulla και τα εις την ελληνικήν παραγόμενα βουλώνω, βούλωμα, βουλωτήρι, βουλωτής = σφραγιστήρ, το αποτύπωμα, κηλίς, στίγμα στρογγυλόν.
Επομένως βούλα, εις την εκκλησιαστικήν ορολογίαν, σημαίνει, σφραγίδα του Πάπα, σφραγίς, και δευτερευόντως πάν έγγραφον του Πάπα εκκλησιαστικού περιεχομένου, φέρον την παπικήν σφραγίδα, και
γ) ως epistolas decretales = επιστολημιαίον διάταγμα.
Επομένως οιοσδήποτε όρος και ονομασία χρησιμοποιηθή εκ των ανωτέρω τριών (3), πρόκειται περί του αυτού πράγματος και αι ως άνω ονομασίαι εις τα πάσης φύσεως βοηθήματα εναλλάσσονται.
4) Η προειρημένη επιστολή του Πάπα Ιννοκεντίου του Γ΄ απεστάλη και εδόθη εις τον λατίνον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών Βεράρδον και εις τους διαδόχους αυτού κανονικώς υποκαθισταμένους εις το διηνεκές («Βerardo Αtheniensi Αrchiepiskopo, Εjusque Succesoribus, Canonice Substituendis In Perpetuum»), εκ της κατωτέρω αιτίας και αφορμής και προς ρύθμισιν διαφόρων θεμάτων της Λατινικής Αρχιεπισκοπής Αθηνών.
5) Η αιτία και η αφορμή συντάξεως της ανωτέρω επιστολής, επαναλαμβάνεται, ότι υπήρξεν η ακόλουθος:
Το 1204, κατελύθη η Βυζαντινή Αυτοκρατορία και οι σταυροφόροι (Cruciferi) της Δ΄ σταυροφορίας εδημιούργησαν, πλην των άλλων και το Δουκάτον των Αθηνών με Δούκα τον ΄Οθωνα Δελαρός (De la Roche), ο οποίος Δούξ απεκαλείτο Dominus Athenarum, sir d’ Athenes και Μέγας Κύρ, κατά τους ΄Ελληνας.
Μετ΄ ολίγον χρόνον ο Λατίνος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Βεράρδος ήλθεν εις προστριβήν και έριν προς τον Μέγαν Κυρ, επειδή ούτος εδήμευσεν εκκλησιαστικά κτήματα και επέβαλεν φόρους εις τους ιερωμένους. Τότε ο Αρχιεπίσκοπος, κατέφυγεν προς τον Πάπαν, ο οποίος έδωκεν εις αυτόν την από 13 Φεβρουαρίου 1208 επιστολήν, κατά δε τον Φερδινάνδον Γρηγορόβιον το 1209, δια της οποίας καθώρισεν όλας τας κτήσεις, αι οποίαι ανήκον εις την Αρχιεπισκοπήν Αθηνών και γενικώς επεκύρωσε τα προνόμιά της (De confirmatione privilegiorum) και ειδικότερον:
i) Επεκύρωσε την αρχαίαν δικαιοδοσίαν του Αρχιεπισκόπου, την ανερχομένην εις τους χρόνους των Ελλήνων Μητροπολιτών. Εις τον θρόνον του Λατίνου Αρχιεπισκόπου Αθηνών υπήγοντο ένδεκα επισκοπαί, ως η της Χαλκίδος, η των Θερμοπυλών, η της Δαυλείας, ή του Αυλωναρίου, η του Ωρεού, η της Καρύστου, η της Κορωνείας, η της ΄Ανδρου, η των Μεγάρων, η της Σκύρου και η της Κέως (Κέας – Τζιάς) και συγκεκριμένως εν τη επιστολή αναγράφεται επί λέξει:
«… Episcopatus quoque inferius adnotatos ecclésiaetuae, ab antiquis temporibus metropolitico jure subjectos tibi tuisque successoribus nihilominus confirmamus, videlicet episcopatum . Ægripontis, Cermopilensem, Davaliensem, Abelonensem, Zorconensem, Caristiensem, Coroniacensem, Andrensem, Megarensem, Squirensem et Cheensem».
ii) Εξησφάλισεν εις την Λατινικήν Αρχιεπισκοπήν Αθηνών «πάντα τα οποθενδήποτε δικαίως και κανονικώς προσελθόντα κτήματα εν τω παρόντι … και τα, προσκτηθησόμενα εν τω μέλλοντι …» και δή επί λέξει: «… Nos igitur non incongruum reputantes munus illuc apostolici patrocinii litteratorie destinare unde copiam scientiae litteralis in orbem pene totum novimus effiuxisse, justis postulationibus clementer annuimus, et Atheniensem ecclesiam, cui, favente Deo, praesse dignosceris, sub beati Petri et nostra protectione suscipimus ac praesentis scripti privilegio communimus, statuentes ut quascunque possessions, quaecunque bona eadem ecclesia inpraesentiarum juste ac canonice possidet, aut in futurum concessione pontificum, largitione regum vel principum, oblatione fidelium, seu aliis justis modis, praestante Domino, poterit adipisci, firma tibi tuisque successoribus et illibata permaneant, in quibus haec propriis duximus vocabulis exprimenda: Casalia, Procovenico, Vertipos, Triclini, Platan, Felin, Curiomonaster, Cassas, Menidi, Ducheleos,Calixtes, Perseconar, Catraperseta, Clazazundas, Chandebride, Alianastasis, Pothamo, Pirgo, Hu, Mareton, Oargite, Largedo, Lalaconite, Vatia, Literne, Mortar …».
Τα ονόματα των χωρίων δεν μεταφράζονται, διότι πολλά τούτων, λόγω κακής αναγραφής, είναι δύσκολον να ταυτισθούν με τας σημερινάς ονομασίας. Πάντως δια το χωρίον Προκοβενίκου, δεν υπάρχει πρόβλημα.
Τα ανωτέρω κτήματα παρεχωρήθησαν εις την Λατινικήν Αρχιεπισκοπήν Αθηνών υπό του Πάπα Ιννοκεντρίου του Γ΄ προς συντήρησίν της, πρώτον δε τούτων αναφέρεται το χωρίον Προκοβενίκου (Casale Procovenico), το οποίον μεταγενεστέρως μετωνομάσθη εις Σκαμνός. [Προεδρικόν Διάταγμα από 9 Σεπτεμβρίου 1927 «Περί μετονομασίας Κοινοτήτων και συνοικισμών», υπογραφέν εν ΄Υδρα υπό του Προέδρου της Δημοκρατίας Παύλου Κουντουριώτου και του Υπουργού επί των εσωτερικών Αλεξάνδρου Ζαΐμη (ΦΕΚ τεύχος πρώτον, αριθμός φύλλου 206 της 28-9-1927). Μάλιστα εις το ως άνω Προεδρικόν Διάταγμα, προφανώς εκ τυπογραφικού λάθους το χωρίον εμφανίζεται ως Πρεβενίκος και συγκεκριμένως αναγράφεται επί λέξει : «Ο συνοικισμός Πρεβενίκος της κοινότητος Γαρδικακίου μετονομάζεται εις ΄΄Σκαμνός΄΄ (ο) …», (σελίς 1463 στήλη α)].
Η αναγραφή δε των ανωτέρω κτημάτων είχεν εξαχθή από τα αρχεία της Ελληνικής Επισκοπής Αθηνών και δεν είχεν αντιγραφή εις όλα ορθώς και, ως παρατηρεί ο Φερδινάνδος Γρηγορόβιος, εις την Ιστορίαν της πόλεως των Αθηνών, κατά τους μέσους χρόνους, τόμος Α΄, Ελληνικής μεταφράσεως, σελίς 409, ότι: «… Παρουσιάζονται εν αυτή λείψανα αρχαίων δήμων και πλην νεοελληνικών τοπωνυμίων ονόματα περίδοξα εκ της αρχαιότητος, οία τα του Μαραθώνος και Φυλής …» και εις την υποσημείωσιν 3 της αυτής σελίδος υποσημειώνει: «… Των ονομάτων τούτων ουδέ έν πάντως είναι σλαβικόν …».
iii) Υπήγαγεν εις την Επισκοπήν της Καρύστου διάφορα χωρία – κτήματα και δι΄ αυτής εις την Αρχιεπισκοπήν Αθηνών και δη επί λέξει: «…In Caristiensi episcopatu duo casalia, Lesboveries, Lepesin, Leperistere, Lamarogna, Locarimera, Lomoni, Lochiehemi, Lopolistile, Cundegrat, Lapisto, Vineas Conizari, Muscarel, Catachephalar, Agiafronesis».
iv) Υπήγαγεν εις την Αρχιεπισκοπήν Αθηνών «τους υδρομύλους της Εκκλησίας, τους κήπους και τα βαλανεία (λουτρά) και τα κρεοπωλεία της Χαλκίδος και των Αθηνών και τους ρύακες, οπόθεν αρδεύονται οι κήποι …» και δή επί λέξει: «…Molendina ecclesiae, hortos et balnea, et macella de Nigroponte et Athenarum, et flumina unde rigantur horti».
Τα λουτρά, κατά την διάρκειαν της βυζαντινής εποχής εκαλούντο και βαλανεία (λατινιστί: balnĕum, – i = βαλανείον, λουτρών, και συνηθέστερον balnĕae, -arum θηλυκόν), διεκρίνοντο δε εις δημόσια, ιδιωτικά (privata, πριβάτα) και Μονοστηριακά. Ο Διευθύνων το λουτρόν εκαλείτο βαλανεύς ή βαλανευτής (balnĕātor,-ōris) επί δε διδύμων λουτρων, επί του τμήματος των γυναικείων λουτρών ήτο η βαλανεύτρια (balněātrix, – īcis = βαλανεύτρια).
Υπήρχον και ανδρόγυνα λουτρά (mixta ή communia balnae), όπου ελούοντο γυναίκες και άνδρες, κατά απομίμησιν των αρχαίων. Η δια την λούσιν καταβαλομένη αμοιβή εκαλείτο, είτε επίλουτρον, είτε βαλανικόν (balneaticum), είτε λουτριάτικον, είτε λουτρικόν (περί λουτρών ίδετε εκτενώς: Φαίδων Κουκουλές: Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός, Αθήναι 1951, Τόμος Δ΄, σελίδες 419 – 467).
Εις την ως άνω επιστολήν δεν διευκρινίζεται, εάν ο Πάπας Ινοκέντιος ο Γ΄ υπήγαγεν εις τον λατίνον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών όλα τα βαλανεία ή μόνον τα εκκλησιαστικά και μοναστηριακά βαλανεία, αλλά φαίνεται ότι υπήγαγε όλα τα λουτρά, εκ της υπαρχούσης αντιδιαστολής δια τους υδρομύλους (Molendina ecclesisiae) και ούτω εις τον Αρχιεπίσκοπον περιήρχοντο όλα τα έσοδα εκ των επιχειρήσεων των λουτρών.
v) Υπήγαγεν εις την Λατινικήν Αρχιεπισκοπήν Αθηνών, τας «Κοινοβίους μονάς της Αγίας Συριανής (Καισαριανής), Αγίου Μιχαήλ, Αγίου Ιωάννου και Αγίου Νικολάου» και δη επί λέξει: «…Abbatias Sancti Siriani, Sancti Michaelis, Sancti Joannis et Sancti Nicolai».
vi) Και τέλος υπήγαγε εις την Λατινικήν Αρχιεπισκοπήν Αθηνών τας εξής εκκλησίας: «…Monasteria Beati Nicolai de Catapersica, Beati Nicolai de Columnis, et Sanctae Mariae de Blakernis. Monasteria Cinoloitarum, Sancti Prothasii, Senctae Trinitatis, Sancti Georgii, Sancti Dionysii Areopagitae, Sancti Theodori, Sanctorum Cosmae et Damiani, Beati Nocolai de Ducheleo, Beati Nicolai de Menide, Beati Philippi, Sancti Lucae, Sancti Georgii de Insula, monasterium Coprea et Sancti Blasii».
Όλα τα ανωτέρω επλήρωνον τους φόρους, τα αρδευτικά δικαιώματα, τα αλεστικά δικαιώματα, τα λουτρικά δικαιώματα, κ.λπ. εις τον λατίνον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και όχι εις τον Δούκα των Αθηνών ΄Οθωνα Δελαρός. Επεβλήθη ολοκληρωτική και στυγνή εκμετάλλευσις των κατακτηθεισών περιοχών και πλουτοπαραγωγικών πηγών, φορολογία κ.λπ.
΄Ολας τας ανωτέρω μονάς – εκκλησίας οι Λατίνοι αφήρεσαν από την χρήσιν των ορθοδόξων και εγκατέστησαν λατίνους ιερείς, οι οποίοι υπήγοντο εις τον λατίνον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών.
Την ιδίαν εποχήν και το Μοναστήριον – Εκκλησία του Αγίου Νικολάου εν Καταπέρσικα (Monasterium Beati Nicolai de Catapersica) εις την περιοχήν της Τρανής Βρύσης του χωρίου Προκοβενίκου υπήχθη εις την λατινικήν Αρχιεπισκοπήν Αθηνών και δια μεγάλον χρονικόν διάστημα ελειτούργει λατίνος ιερεύς και ηκούετο η λατινική γλώσσα.
Η υπαγωγή, τόσον του χωρίου Προκοβενίκου, ως χωρίου και κτήματος – φέουδου-, όσον και της Εκκλησίας τους Αγίου Νικολάου, κατά την προσωπικήν γνώμην μου, οφείλεται, εις το ότι εις την περιοχήν του χωρίου είχε στρατοπεδεύσει ο στρατός του Δουκάτου των Αθηνών, δεδομένου, ότι ο ποταμός Ασωπός απετέλει το βόρειον όριον του Δουκάτου των Αθηνών, και ο ναός εδημεύθη χάριν των καθολικών στρατιωτών.
Εκ της επιστολής ουδόλως αποδεικνύεται, ότι οι κάτοικοι ησχολούντο με την παραγωγήν ζωϊκής μετάξης, την σηροτροφίαν, και εκ του λόγου τούτου υπήχθησαν εις την λατινικήν αρχιεπισκοπήν. Φαίνεται, ότι η περιοχή Σκαμνού απετέλει φέουδον, υπαγόμενον εις την Μονήν του Αγίου Νικολάου, η οποία ως παράρτημα – καλύβη – υπήγετο εις τον Μητροπολίτην Αθηνών και προ του 1204.
Εξ άλλου και οι Φράγκοι σταυροφόροι του Δουκάτου των Αθηνών και εν συνεχεία οι Καταλανοί εξεμεταλλεύθησαν την περιοχήν και κυρίως, το πρινοκόκι, τα βαλανίδια (βελανίδια), των δρυών (δένδρων) της περιοχής, το οποίον συνέλεγον και εξήγαγον εις την Δυτικήν Ευρώπην και από το οποίον παρήγαγον βαφικήν ύλην (Γ. Κόλια: Ιστορική Γεωγραφία του Ελληνικού χώρου. Β΄ ΄Εκδοσις, Αθήναις 1969 σελίδες 323 – 325).
6) Το χωρίον Προκοβενίκου (Casale Procovenico) καθ΄ όλην την διάρκειαν της Φραγκοκρατίας (1204 – 1393) και μέχρι της κατακτήσεως του υπό των Τούρκων απετέλει τιμάριον – φέουδον –, της Λατινικής Αρχιεπισκοπής Αθηνών.
Η Φεουδαλική Ιεραρχία, η επικρατούσα εις την Δύσιν, κατά τον Μεσαίωνα έχει ως εξής: Αυτοκράτωρ, Βασιλεύς, Πρίγκηψ, Δούξ, Μαρκήσιος, Κόμης, Βαρώνος, Ιππότης. Ο μαρκήσιος είναι ο κόμης των συνόρων (των άκρων, ο ακρίτης, ο φυλάσσων τα σύνορα), ο δε βαρώνος (Baro = ελεύθερος) είναι ο κατώτατος βαθμός της Φεουδαλικής Τάξεως και ισοδυναμεί με τον ιππότην. Ο ιππότης (Chavalier = καβαλάρης) είναι ο άρχων εκτάσεως γης, μικρού φέουδου, δηλαδή τσιφλίκια, λέγεται τιμάριον (Χρήστος Μιχ. Ενισσλείδης: Η Αμφίκλεια. Β΄ ΄Εκδοσις. Αθήναι 1978, σελίδες 154 – 155).
7) Εις το σημείον τούτο πρέπει να παρατεθούν ενταύθα, χάριν πληρεστέρας κατανοήσεως των παρεχομένων πληροφοριών υπό της επιστολής, και όσα εκθέτει ο Χρήστος Ενισλείδης, εις τας σελίδας 165 – 166 του προδιαληφθέντος έργου του περί της διαμορφωθείσης και επικρατησάσης καταστάσεως εις την Ελλάδα υπό τους Λατίνους:
«…Ανά το καταλυθέν το 1204 Ελληνικόν Κράτος του Βυζαντίου ιδρύθη μία Αυτοκρατορία (η Λατινική της Κων/πόλεως) και ένα Βασίλειον (το Λατινικόν της Σαλονίκης). Ιδρύθη κατόπιν ένα Πριγκηπάτον (του Μορέως ή Πελοποννήσου), ένα Δουκάτον (των Αθηνών), μία Κομητεία (των Σαλώνων) και πολλές Μαρκιωνείες (Δομοκού, Ζητουνίου, Νέων Πατρών, Γραβιάς, Βοδονίτσης, Λεβαδείας κ.λπ.). Και η ιεραρχία αυτή απήτει πειθαρχίαν και υποταγήν των κατωτέρων εις τους ανωτέρους, πράγμα το οποίον δεν συνέβαινε πάντοτε, διότι πολύ σύντομα ανεφάνησαν έριδες και πόλεμοι μεταξύ των.
Το Κράτος αυτό ήτο τιμαριωτικόν. Εστηρίζετο δηλαδή εις το φεουδαλικόν σύστημα διοικήσεως με ήθη και έθιμα της φεουδαρχομένης κατά τον Μεσαίωνα Ευρώπης. Με ανωτάτην αρχήν τον Αυτοκράτορα, εις τον οποίον υπέκειτο ο Βασιλεύς, εις τούτον δε ο Πρίγκηψ, και εις αυτόν ο Δούξ, και υπ΄ αυτόν ο κόμης, ο μαρκίων, ο ιππότης φεουδάρχης και καστελλάνος, κ.ο.κ., έκαστος εκ των οποίων ήτο ελεύθερος να νέμεται το φέουδόν του – τιμάριον , – το οποίον έλαβεν ως δώρον παρά του ανωτέρου του προς καθυπόταξιν της Χώρας.
Κατά την ίδρυσιν των κρατιδίων τούτων ελήφθη προ παντός υπ΄ όψιν το γεγονός, ότι η Φράγκοι ήσαν ξένοι, παρεπίδημοι και άποικοι ιδίως στρατιωτικοί (ιππόται, δούκες, κόμητες, βαρώνοι) εν μέσω πληθυσμού ξένου και κατά το ενδεχόμενον εχθρικού, διεσπαρμένου εις την Χώραν, που είχεν αξίας λόγου στρατηγικάς και στρατιωτικάς θέσεις (στενά, κλεισούρες, κ.λπ.). Και εδώ εφρόντισαν ούτοι να ανεγείρουν στρατόπεδα και φρούρια – κάστρα – και πύργους και καστέλλια, από όπου ημπορούσεν ο βαρώνος να επισκοπή εκ του ασφαλούς τα περίχωρα, εν καιρώ δε πολέμου να αμύνεται προς σωτηρίαν της ζωής του και της ζωής της οικογενείας του και του στρατού του. Και εν καιρώ ειρήνης να ζή εν ευμαρεία και γαλήνη ασχολούμενος με τας εκδρομάς, τα τουρνουά και τα κυνήγια, όπως έζων όλοι οι Ευρωπαίοι. Στρατόν δεν είχον παρά εθελοντικόν – μισθοφορικόν, όπως τότε ήτο η συνήθεια (Μύλλερ – Λάμπρου, Η Φραγκική Κοινωνία εν Ελλάδι, σελ. 4 και 10).
Τους γηγενείς όμως υπεχρέωναν να στρατεύωνται. Άπαντες οι Γραικοί, όπως έλεγαν τους Έλληνας, ήσαν υπόχρεοι εις στράτευσιν επί 4 μήνας κατ΄ έτος και εις άλλους 4 μήνας προς φύλαξιν των οχυρών. Τους δε υπολοίπους 4 μήνας του έτους ημπορούσαν να μένουν εις τα σπίτια των, έτοιμοι εις την πρόσκλησιν του φεουδάρχου Αυτά μέχρι της ηλικίας των 60 ετών. Κατόπιν και δια βίου ώφειλαν να δίδουν εις στράτευσιν τα τέκνα των. Και εάν δεν είχον τέκνα, έπρεπε να στέλλουν άλλον τινά αντί αυτού. Έτσι πάντοτε οι Έλληνες ήσαν επί ποδός πολέμου μαζί με τους Φράγκους κυρίους των. Της στρατεύσεως εξηρούντο οι κληρικοί (ιερείς, μοναχοί κ.λπ.).
Οι γηγενείς, που μεταξύ των ελέγοντο Ρωμηοί (Ρωμαίοι και Ρωμανία η Φραγκική Δεσποτεία και Γραικοί (Graecia η Ελλάς) απετέλουν ιδίας κοινότητας με ιδίους ορθοδόξους ιερείς και ήσαν κατ΄ αρχάς ελεύθεροι. Κατόπιν όμως ήρχισαν οι Φράγκοι να τους μεταχειρίζωνται ως δούλους και δουλοπαροίκους, υποχρεωμένους να εργάζωνται τα κτήματα προς όφελος των κυρίων των, που τα είχον φέουδά των, τιμάρια, τσιφλίκια των. Κατά προτίμησιν προέβησαν εις την δήμευσιν των δημοσίων, των κοινοτικών και των εκκλησιαστικών και μοναστηριακών κτημάτων. Όλα δε τα προσοδοφόρα τοιαύτα εθεωρούντο γαίαι του φεουδάρχου. Ως και τα μεγάλα κτήματα των ιδιωτών.
Τα μεγάλα εκκλησιαστικά και μοναστηριακά κτήματα εδωρήθησαν εις την Λατινικήν Εκκλησίαν και τα διάφορα Μοναχικά Τάγματα, τα οποία αθρόα εγκατεστάθησαν τότε εις την Ελλάδα. Και έχομεν Βενεδικτίνους μοναχούς εις το Δαφνί – Αττικής και Ιωαννίτας δε από την Ιερουσαλήμ εις την Βοιωτίαν, Ναΐτας εις την Μενδενίτσαν, άλλους εις το Ζητούνι, άλλους εις την ΄Αμφισσαν και το Κρισσαίον πεδίον, οι οποίοι κατέλαβον τα ορθόδοξα μοναστήρια και τις εκκλησίες των και τα εξωκκλήσια. Με την κατάλυσιν όμως της Φραγκοκρατίας έφυγαν και οι μοναχοί αυτοί και πολλοί ναΐσκοι και ερημοκκλήσια έγιναν τότε «μετόχια» του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων. Και ίσως εις το γεγονός τούτο να οφείλεται η μέχρι σήμερον διατηρουμένη προσωνυμία αυτών «Ιερουσαλήμ» (Γιαρσαλή κατά το ιδίωμα των Δαδιωτών).
Λατίνους ή Παπικούς κληρικούς έχομεν τότε εγκατεστημένους εις τας πόλεις, όπου διέμενον πολλοί Φράγκοι (Ιταλοί, Γάλλοι, Ενετοί κ.λπ.). Έχομεν ιδρυμένας τότε και επισκοπάς υπαγομένας εις την Διοίκησιν του Πάπα της Ρώμης. Όπως των Θερμοπυλών, των Αθηνών, των Θηβών, της Δαυλείας κ.λπ. Εις μίαν μάλιστα επιστολήν του Πάπα Ιννοκεντίου του Γου, η οποία εγράφη το έτος 1208, προς τον Βεράρδον, αρχιεπίσκοπον Αθηνών, αναφέρεται και το χωρίον του Καλλιδρόμου Π ρ ο κ ο β ε ν ί κ ο ς ως κτήμα της Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Οι επίσκοποι όμως ούτοι, ως και οι λοιποί Λατίνοι κληρικοί, δεν ηδυνήθησαν να επιδράσουν επί του θρησκευτικού συναισθήματος του Ορθοδόξου Λαού της Ελλάδος.
΄΄ Η Ελλάς, λέγει ο Φ. Γρηγορόβιος, δεν ήτο κατάλληλος προς ευόδωσιν των προσηλυτιστικών ενεργειών των μοναχικών ταγμάτων της Δύσεως, δι΄ ό έμειναν αύται ατελέσφοροι΄΄. (Μετάφρασις Σ. Λάμπρου, τόμ. Β΄, σελ. 337). Οι μοναχοί ούτοι ήσαν αμαθείς και αγράμματοι. Δεν εγνώριζον την Ελληνικήν γλώσαν. Ο δε Ελληνικός λαός καθ΄ εαυτόν ουδέποτε εξέμαθε την γλώσσαν των κατακτητών, εκτός από ολίγας λέξεις (όρους, τοπωνύμια και παρώνυμα κ.λπ.), τας οποίας εισήγαγεν εις το λεξιλόγιόν του, Ιταλικάς, Γαλλικάς, Λατινικάς, Ενετικάς, Σλαυικάς και Τουρκικάς κατόπιν. Και έτσι ο Ελληνισμός ούτε τον εθνισμόν του έχασε ποτέ ούτε και το δόγμα της Θρησκείας του. Αι θεωρίαι του πολλού Φαλμεράϊερ απεδείχθησαν υπό των ιστορικών και των γλωσσολόγων μυθεύματα και επιπόλαια φλυναφήματα …».
Εντός του ανωτέρω περιγραφέντος πολιτικο – κοινωνικο –οικονομικού κλίματος έζησαν και οι κάτοικοι του χωρίου Προκοβενίκου επί 189 έτη, μέχρι του έτους 1393 ότε η περιοχή υπετάχθη εις τους Τούρκους και παρέμεινεν υπό τον τουρκικόν ζυγόν μέχρι της επαναστάσεως του 1821, ήτοι επί 428 συνεχή έτη (1821 – 1393 = 428).
Κατά την διάρκειαν της Τουρκοκρατίας δεν απετέλεσεν τουρκικόν τσιφλίκιον, αλλά κεφαλοχώριον – υπό την έννοιαν, ότι οι κάτοικοι του χωρίου επλήρωναν το κεφαλικόν φόρον, υπήγετο εις τον Καζάν του Ζητουνίου και αρχικώς εις το Σαντζάκιον Τρικάλων μέχρι του 1470, και έκτοτε εις το Σαντζάκιον Ευρίπου (Χαλκίδος). Η μόνη πληροφορία περί του χωρίου, κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, είναι το έτος 1686 ότε διενεργήθη απογραφή υπό των Τούρκων και είχεν 146 κατοίκους και κατά το 1810 είχεν είκοσι (20) οικογένειας και 100 κατοίκους και υπήγετο εις το κτηματολόγιον του Βοεβοδιλικίου του Ζητουνίου. (Ιωάννης Βορτσέλας: Φθιώτις. Αθήναι 1907, σελίδες 461 και 282, Ιωάννου Γ. Γιαννοπούλου: Η Διοικητική οργάνωσις της Στερεάς Ελλάδος κατά την Τουρκοκρατίαν (1393 – 1821). Αθήναι 1971, σελίδες 135 – 137 . F.C.H.L. Pouqueville: Voyage de la Grèce, Τόμοι 1 – 6, έκδοσις Β΄, Paris 1826, ιδία Τόμος 4, σελίδες 82 – 83 . Ελληνική Μετάφρασις Μίρκα Σκάρα: Ταξίδι στην Ελλάδα. Στερεά Ελλάδα – Αττική – Κόρινθος. Αφοί Τολίδη. Αθήνα 1995, σελίς 85. Dodwell Ed. A. Classical and topographical tour through Greece, during the years 1801, 1805 and 1806. Τόμοι 1 – 2 London 1819, ιδία Τόμος Β΄ σελίδες 490 – 491).

Αθήναι, 30 Νοεμβρίου 2006

Περικλής Αστρακάς

ΠΗΓΑΙ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α) Πηγαί:

1) Epistolarum Innocenti III , Libri . XVI ΄Εκδοσις Baluze. Τόμοι Α – Β, εν Παρισίοις 1682.
2) Migne: Patcologia Latina. Opera Omnia. Τόμοι CCXIV – CCXVII (214 – 217), εν Παρισίοις 1855.
H Επιστολή από 13-2-1298, εις τόμον 215, σελίδες 1560 – 1561.
3) Innocentius III: De miseria humanae Conditionis. Εν Migne PL, Τόμος 217.
M. Maccarone. Thesaurus mund. Τόμος VII (1955).
D. R. Howard – M. M. Dietz 1969, (με αγγλικήν μετάφρασιν) .

Β) Βιβλιογραφία:

1) Ferdinadus Gregorovius: Geschichte der Staat Athen in Mittelalter. Τόμοι Α-Β . Στουτγάρδη 1889.
Ελληνική Μετάφρασις. Σπυρ. Π. Λάμπρου: Ιστορία της πόλεως των Αθηνών, κατά τους μέσους χρόνους. Τόμοι Α-Γ. Εν Αθήναις 1904 – 6.
2) Κωνσταντινίδου Γ.: Ιστορία των Αθηνών από γεννήσεως Χριστού μέχρι του έτους 1821. ΄Εκδοσις Β΄. Εν Αθήναις 1894.
3) Καμπούρογλου Δ. Γ.: Ιστορία των Αθηναίων. Τόμοι Α-Γ. Εν Αθήναις 1889 – 1896.
Μνημεία της Ιστορίας των Αθηναίων. Τόμοι Α – Γ . Εν Αθήναις 1891 – 1892.
4) Φιλαδελφέως Θεμ. Ν. : Ιστορία των Αθηνών επί Τουρκοκρατίας. Τόμοι Α-Β . Εν Αθήναις 1902.
5) Koder J. Hild F.: Hellas und Thessalia (Tabula imperii Byzantini 1) Wien 1976.
6) William Miller: The Latins in the Levante: A History of Frankish Greece, 1204 – 1566, London 1908.
7) Miller, William: Ιστορία της Φραγκοκρατίας εν Ελλάδι (1204 – 1566). Μετάφρασις: Σπυρ. Π. Λάμπρου εις τόμους δύο. Εν Αθήναις 1909 – 1910, ιδία τόμος Α΄, σελίες 100 – 102 . Ανατύπωσις εκδότης Παπακωνσταντίνου. Αθήναι 1960. Νέα μετάφρασις με σχόλια – προσθήκας: Α. Φουριώτης: Ιστορία της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα. 1204 – 1566. Αθήνα. Ελληνικά Γράμματα. 1997 (ανατύπωσις).
8) Χρήστου Μιχ. Ενισλείδη: Η Αμφίκλεια, Το πόλισμα και η περί τον Παρνασσόν χώρα. Ιστορία – Λαογραφία – Τοπογραφία, Τουριστική Γεωγραφία – Αρχαιολογία. Β΄ ΄Εκδοσις. Αθήναι 1978, σελίδες 154–170.
9) Ιωάννου Γ. Βορτσέλα: Φθιώτις, η προς Νότον της ΄Οθρυος, ήτοι Απάνθισμα Ιστορικών και Γεωγραφικών Ειδήσεων από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς. Αθήναι 1907, σελίδες 261 – 262.
10) Τάσος Νερούτσος: Χριστιανικαί Αθήναι εν Δελτίω Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας. Τόμος Δ΄, σελίς 59 και επομ.
11) Δημήτριος Σ. Μπελέζος. Η Λατινοκρατία στην Ελλάδα. Εκδόσεις Περισκόπιο. Αθήνα 2004.
12) Χάρρις Τζόναθαν: Το Βυζάντιο και οι Σταυροφορίες. Μετάφρασις: Λεωνίδα Καρατζά. Αθήναι 2004.
13) Steven Runciman: A History of Crusades Volume I – III, Cambridge 1951, 1952, 1955. Ελληνική μετάφρασις: Άγγυ Βλαβιανοπυ:Η Ιστορία των Σταυροφοριών, Τόμοι Α-Γ. Εκδόσεις Γ. Κ. Γκοβόστη, Αθήνα 2006.
14) Διονυσσίου Α. Ζακυθηνού: Το Βυζάντιον από του έτους 1071 μέχρι του έτους 1453. Αθήναι 1972.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *