Αναφορά στον υπέρ πίστεως και πατρίδος θυσιασθέντα ρουμελιώτη οπλαρχηγό Αθανάση Διάκο

FtS81

Του Βίκτωρος Παν. Σαμπώ

«Για ιδές καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει, τώρα που ανθίζουν τα κλαριά, που βγάν’ η γη χορτάρι»

Το δυνατό τούτο δίστιχο βγήκε από τα σπλάχνα του Αθανάση Διάκου κατά γενική ομολογία, και όχι γιατί το νομιμοποίησε η παράδοση, ή το βεβαίωσαν οι ιστορικοί, αλλά γιατί οι λίγες αυτές λέξεις φωτογραφίζουν τον ήρωα, τον θεοσεβή πιστό, το πρότυπο της φυσικής και ηθικής ομορφιάς, τον αληθινό και γνήσιο Ρουμελιώτη αρματολό.
Ο σεμνός μαχητής, ο απόστολος της ελευθερίας, ο αποδεχόμενος με πνευματική ηρεμία τα βασανιστήρια του μαρτυρίου του, αλλά και ομολογών την πικρία, την οποία έφερνε σ’ αυτόν η αίσθηση του θανάτου, κατά την στιγμή ακριβώς εκείνη, που μαζί με την βλάστηση της γης έφθαναν και τα πρώτα μηνύματα της εθνικής αναγέννησης.
Ο Αθανάσης, γιος του Νίκου Γραμματικού (αυτό ήταν το πατρογονικό όνομα του ήρωα) και της Χρυσούλας Καφούρου αλλά και εγγονός του Θανάση Γραμματικού, που μαζί με τους άλλους δύο γιους του ήταν κλέφτης στο νταϊφά του Κωνσταντάρα, γεννήθηκε το 1786 ή το 1792 στη Μουσονίτσα της Παρνασσίδος, που συχνά την τυλίγουν αντάρες πριν ψηλώσει ο ήλιος. Χρονολογία ακριβής δεν υπάρχει όπως δεν υπάρχει και για τους ήρωες της μυθολογίας.
Τον Αθανάση στην εφηβική του ηλικία, ο πατέρας του τον έβαλε στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου της Αρτοτίνας, όχι για να γίνει καλόγερος, αλλά για να του μάθει γράμματα την Οκτάηχο και το Ψαλτήρι ένας γραμματισμένος μοναχός- όπως συνέβαινε σ’ όλην την Ελλάδα, την εποχή εκείνη της τουρκοκρατίας με την φοίτηση των παιδιών στα κρυφά σχολειά, που βρίσκονταν στα μοναστήρια και στις εκκλησίες-. Εκεί ο φιλόθρησκος, ονειροπόλος, μοναστικός, με τάση προς καλύτερη μόρφωση, Αθανάσης προόδευε, και όταν πήγε κάποτε εκεί ο τότε Δεσπότης της περιοχής Λιδορικίου (τουρκιστί Εβλενδερέκ) Ιωαννίκιος, και άκουσε τον νεαρό Αθανάση να λέει τον Απόστολο, μαγεύτηκε από το ήθος και την γλυκύτητα της φωνής του και του πρότεινε να τον χειροτονήσει διάκο. Ο Αθανάσης, που δεν περίμενε ποτέ αυτό το θείο δώρο, δέχτηκε με μεγάλη χαρά. Χειροτονήθηκε και έλαβε το ιερατικό όνομα Άνθιμος.
Η δοκιμασία του μοναχικού βίου συνέτεινε βέβαια στην ψυχική διάπλαση του νεαρού διάκου και σ’ αυτήν, οφείλουμε να αποδώσουμε την προς τον Θεόν ανεξάντλητη και απέραντη πίστη του, την κοσμιότητα της ζωής του, και την παραδειγματική του μετριοφροσύνη. Και με αυτόν τον τρόπο ο ιερατικός του χαρακτήρας, που συνδυάστηκε κατόπιν με το πολεμικό πνεύμα, έκανε τον ιεροδιάκονο Άνθιμο πρότυπο θεοσεβείας και γενναιότητας. Το πώς βγήκε ο ιεροδιάκονος Άνθιμος στο κλαρί είναι ένας θρύλος. Οι σχετικές πληροφορίες, που είναι στο φάκελο των αρχείων του Κράτους, παρουσιάζουν πλήθος αντιφάσεων. Οι δε θρύλοι σε μερικά σημεία είναι τόσο πλαστικοί και ωραίοι, ώστε να μη θέλει κανένας να απομακρυνθεί απ’ αυτούς και να τους αντικαταστήσει με την ιστορική πραγματικότητα. Είναι δε τόσο επίμονοι σε μερικά σημεία οι θρύλοι αυτοί, που σχεδόν όλοι όσοι έγραψαν και βιογράφησαν τον Αθανάση Διάκο, κάνουν αναφορά σ’ αυτούς ως αρχή και αιτία της αλλαγής της ζωής του από έναν ταπεινό διάκο, σε κλέφτη και αρματολό. Σχετικά με τις ασελγείς ορέξεις κάποιου Τούρκου αγά ο Ανδρέας Καρκαβίτσας γράφει σε άρθρο του δημοσιευμένο το 1888.
. «Τούτο όχι μόνον αμφισβητείται αλλά τελείως αγνοείται από τους κατοίκους της περιοχής γέρους και νέους». Την ομορφιά της ιστορικής όμως υπόστασης του θρύλου την έδωσε ο συγγενής του Αθανάση, ο Αντώνης Κοντοσόπουλος ή Γεράντωνος, εξάδελφός του, συγχωριανός του και προεπαναστατικά πρωτοπαλίκαρο του, αργότερα καπετάνιος της περιοχής Αταλάντης και τέλος μετά την Επανάσταση Αντισυνταγματάρχης της φάλαγγας. Στη βιογραφία, που έγραψε ο Κοντοσόπουλος με το ίδιο του το χέρι για τον ξάδελφό του και που αργότερα δημοσιεύθηκε απ’ τον Ν. Παπαλεξανδρή στην εφημερίδα «Αθήναι» στις 21 Απριλίου του 1903, διαβάζουμε:
«Όταν ο Άνθιμος ήταν στο μοναστήρι έγινε ένας γάμος στην Αρτοτίνα. Εκεί έριχναν στο σημάδι Έλληνες και Τούρκοι. Πήρε και ο Άνθιμος το καριοφίλι και με την πρώτη έκοψε την κορυφή. “Τυχερό”, είπαν οι Τούρκοι. Ξαναρίχνει για δεύτερη φορά και κόβει και την άλλη κορυφή. Πειράχτηκαν οι Τούρκοι και από λόγο σε λόγο ήρθαν στα χέρια. Τραβάει την πιστόλα ένας Τούρκος, αλλά προλαβαίνει ο Άνθιμος και τον ξαπλώνει νεκρό. Για να μην τον πιάσουν, έφυγε και πήγε στον [νταϊφά του] Σκαλτσοδήμου. (Εδώ θα μου επιτρέψετε να κάνω μία παρεμβολή στο βιογραφικό, και να σημειώσω ότι, το γεγονός αυτό του φόνου ανάγκασε τον ιεροδιάκονο Άνθιμο να φύγει από το μοναστήρι και να πάρει τα βουνά, αναγκασθείς κατ’ αυτόν τον τρόπο ν’ ακολουθήσει την οικογενειακή παράδοση: Κλέφτης, κατέφυγε στο σώμα του Σκαλτσοδήμου και του Γούλα εκεί έβγαλε τα ράσα και φόρεσε την κλέφτικη φορεσιά, άλλαξε το ιερατικό του όνομα και πήρε πάλι το πρώτο του Αθανάσης και το πατρογονικό επώνυμο αλλάζει από Γραμματικός σε Διάκος ως ανάμνηση του μοναστικού του βίου. Έκτοτε άρχισε να υπογράφει καθώς προκύπτει από τις πρωτότυπες επιστολές του ως Αθανάσης Διάκος. Στο σώμα του Σκαλτσοδήμου διέπρεψε μεταξύ των συντρόφων του χάρις στην παλικαριά του και στην ηθική του υπεροχή. Επειδή, όμως, ο Σκαλτσοδήμος ήταν μεγάλος στην ηλικία και δεν μπορούσε να επιτηρεί την περιοχή του αρματολικιού του, διαίρεσε αυτό σε τρία κομμάτια. Αυτός κράτησε το πεδινό και τα ορεινά κομμάτια τα έδωσε στον Διάκο και στον Γούλα. Όταν όμως ο Αλή πασάς αποφάσισε να στραφεί κατά της Υψηλής Πύλης, κάλεσε στα Γιάννενα όλους τους οπλαρχηγούς χριστιανούς και Αλβανούς. Μεταξύ αυτών κάλεσε και τον Σκαλτσοδήμο, που αντιπροσώπευε το αρματολίκι Λιδορικίου. Αλλ’ ο Σκαλτσοδήμος έστειλε άντ’ αυτού τον Διάκο, ο οποίος έμεινε στην αυλή του Αλή για κάποιο χρονικό διάστημα, και εκεί σχετίσθηκε με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και με τους άλλους οπλαρχηγούς).
Και συνεχίζει ο Κοντοσόπουλος: «Μετά εσυγχύσθει με τον Δήμο» (Η σύγχυση με τον Σκαλτσοδήμο άρχισε ν’ αναφαίνεται όταν η υπεροχή του Διάκου επισκίαζε αυτόν. Ο δε Σκαλτσοδήμος παρακινούμενος από ραδιούργους εχθρούς του Διάκου τον υποπτευόταν, μήπως τον σκοτώσει για να του πάρει την αρχηγία).
«Ο Διάκος έφυγε και πήγε στα Σάλωνα στον Λάμπρο Σουλιώτη, καπετάνιο στα Σάλωνα. Ο Αλή Πασάς γράφει στον Σουλιώτη να του στείλει το κεφάλι του Διάκου,
αλλά ο Σουλιώτης το μαρτύρησε στο Διάκο και τον έστειλε στον Δυσέο (Οδυσσέα Ανδρούτσο) με την παραγγελία να μην “χαλαστή” ένα τέτοιο παλικάρι». (Ο Διάκος και σαν αρματολός βοηθούσε τους ραγιάδες, και στεκόταν συχνά εχθρικός απέναντι στους τούρκους αγάδες της περιοχής. Και αυτό υπήρξε αφορμή καταδίωξής του. Ο βοεβόδας των Σαλώνων Φερχάτης προσπαθεί να τον φαρμακώσει αλλά δεν το κατορθώνει κι αργότερα διασώζεται και από τη μανία του Αλή πασά).
Πάλι κατά τον Κοντοσόπουλο: «Ο Αλής στέλνει και στον Ανδρούτσο άλλο γράμμα με τα ίδια. (Δηλαδή, προσπαθούσε να πείσει τον Οδυσσέα Ανδρούτσο να τον δολοφονήσει). Ο Ανδρούτσος (παίρνοντας επάνω του την ευθύνη, δεν εκτέλεσε αυτή τη διαταγή), αλλά παίρνει τον Διάκο και τον πηγαίνει στον Αλή. Ο Αλής τον συγχώρησε και τον έστειλε πίσω στον Δυσέο στην Λειβαδιά». (Γι’ αυτήν του την ενέργεια ο Ανδρούτσος ποτέ δεν ομολόγησε στον Διάκο τη φιλική αυτή υπηρεσία). «Είχε από τότε 20 – 30 παλικάρια δικά του».
«Το 1818, ο Δυσέος ως οικιακός του Αλή Πασά φοβήθηκε τον Σουλτάνο, που άρχισε να υποπτεύεται τον Αλή, και τραβήχτηκε και άφησε στο Διάκο το αρματολίκι της Λειβαδιάς». (Ο Διάκος κατόρθωσε και επεβλήθη στους αγάδες και στους κοτσαμπάσιδες του καζά της Λεβαδιάς, οι οποίοι, κατά το υπ’ αριθ. 69 ανέκδοτο έγγραφο της Εθνολογικής Εταιρίας, ανέθεσαν σ’ αυτόν, έπειτα και από την έγκριση του Μαχμούτ πασά Δράμαλη, το αρματολίκι της επαρχίας από της 26 Οκτωβρίου 1820 μέχρι την 23η Απριλίου 1821 με μισθό). «Τον αγαπούσαν όλοι, και οι Ταλανταίοι (κάτοικοι της Αταλάντης) του ζήτησαν να τους στείλει ένα δικό του, και αυτός έστειλε εμένα τον ξάδελφό του και έγινα καπετάνιος της Αταλάντης».
« Όταν έγινε η επανάσταση ο Διάκος καθάρισε με μιάς τη Λειβαδιά από τους 1.500 Τούρκους και μετά έφυγε και μαζί με τον Πανουργιά και [τον] Δυοβουνιώτη πήγε (καθαρίζοντας όλη την Ανατολική Ελλάδα) και έκαψε το μισό Πατρατζίκιο (Υπάτη) και πολέμησε τους Τούρκους», (οι οποίοι δεν έδειχναν καμία διάθεση να το εγκαταλείψουν, γιατί είχαν τις πληροφορίες ότι μέσα σε λίγες ημέρες θα κατέφθαναν με τα στρατεύματά τους οι Τούρκοι πασάδες). «Τότε έφτασε ο Ομέρ Βρυώνης Πασάς με 12.000 στο Ζητούνι (Λαμία), και κατέβηκε προς [την] Αλαμάνα».
( Ο Διάκος τακτοποίησε τα σχετικά για την αντίσταση, αυτός δε τοποθετήθηκε σε θέση επίκαιρη).
«Έγινε μάχη φοβερή κι αφού έφυγαν όλοι» (δυστυχώς οι άλλοι οπλαρχηγοί Δυοβουνιώτης και Πανουργιάς μπροστά στον όγκο των τούρκικων ασκεριών έχασαν την ψυχραιμία τους και έφυγαν στα γύρω υψώματα, ο Διάκος διακήρυξε ότι δεν φεύγει), «ο Διάκος με 50 έπιασε το γεφύρι. Ετσακίσθη το τουφέκι του και το σπαθί του σκοτώνοντας Τούρκους». (Μάταια τον παρακαλούσε και αυτός ο παλαιός του φίλος και συμπολεμιστής του Βασίλης Μπούσγος να λυπηθεί τη ζωή του, που ήταν πολύτιμη για τον αγώνα, αλλά και για σοβαρότερες και ευνοϊκότερες περιστάσεις). «Του έφεραν ένα άλογο (την Αστέρω) για να φύγει, αλλά αυτός πήδησε από την άλλη μεριά. Εδώ θα πεθάνουμε είπε», (γνωρίζοντας ότι στην ίδια θέση, που πολεμούσε αυτός τώρα για τιμή και για λευτεριά, ένας άλλος, Δωριεύς και αυτός, ο Λεωνίδας, είχε πέσει μαχόμενος για τον ίδιο σκοπό το 480 π.Χ. Το μολών λαβέ εκείνου αντηχούσε σαν ηχηρή καμπάνα στ’ αφτιά του Διάκου
Με το πέρασμα της ώρας η μάχη γινόταν μονομαχία, ο Διάκος τραυματίσθηκε βαριά στον δεξιό ώμο, το σπαθί του έχει σπάσει, και οι σύντροφοί του έχουν όλοι πέσει γύρω του νεκροί, αντίσταση καμία. Οι Αλβανοί του Ομέρ Βρυώνη πηδούν στο ταμπούρι και τον συλλαμβάνουν, τον αναγνωρίζουν, τον δένουν χειροπόδαρα και τον μεταφέρουν μπροστά στον πασά τους).
« Άμα τον πήγαν στη Λαμία, ο Ομέρ Βρυώνης του είπε:
– Από ελόγου σου μωρέ έγινε τέτοιος χαλασμός στ’ ασκέρι μου;
– Από ελόγου μου και από όλους τους Έλληνες.
– Δεν το ήξερες πως θα σε πιάσω και τώρα θα σε σουβλίσω ζωντανό;
Τότε μπήκαν στη μέση τα καλύτερα παλικάρια της αρβανιτιάς να μη χαλαστή τέτοιο παλικάρι.
– Δεν θέλω μωρέ βρωμόσκυλα να μου λυπηθείτε την παλικαριά. Εκείνος που πεθαίνει για την πατρίδα και την πίστη του Χριστού δεν φοβάται ούτε σούβλισμα ούτε ψήσιμο.
– Τι λες ωρέ παλαβέ; Προτιμάς τέτοιο θάνατο; Του λέει ο Ομέρ Βρυώνης και ο Διάκος του απαντά: Τον προτιμώ και κάντε γρήγορα για να μην σας βλέπουν τα μάτια μου.
Σαν τον Διάκο ανδρείο και φρόνιμο δεν ματαείδαν ούτε θα ματαϊδούν τα βουνά της Ρούμελης.
Το ανάστημά του ήτο μέτριον. Είχε μαύρα μάτια και μουστάκια μέτρια και κατσαρά. Τα μαλλιά του μαύρα και μακριά και στη μέση μπηγμένα στο φέσι το οποίο ήτο μικρό και στρωτό και το εφόρει ολίγον στραβά. Η μύτη του μέτρια και όχι από τις μικρές. Τα τσαρούχια του πλεκτά και περήφανα. Εις τις πλάτες του ήτο ανάλογος με το ύψος του. Εφόραε μπεσλίκι τσόχινο και μαύρο γιλέκι χρυσό και κάλτσες γονατιστές. Τα στήθια του πλατειά και φουσκωτά. Στα φερσίματά του και στο περπάτημα και στα λόγια του ήτο περήφανος αλλά ήτανε και ταπεινός, φιλότιμος και πρόσχαρος, και πολύ γλυκός εις τους στρατιώτας. »
Ο Διάκος ήταν ριψοκίνδυνος, εφευρετικός στις επιθετικές του κινήσεις, ανιδιοτελής, είχε πόδια γερά, και με παράστημα επιβλητικό, ωραίο. Υπήρξε ο τύπος του λεβέντη Ρουμελιώτη οπλαρχηγού της εποχής. Οι Τούρκοι τον έτρεμαν. Δεν τους συγχωρούσε καμιά αδικία. Ο Αθανάσης Διάκος ως οπλαρχηγός, είχε σφραγίδα με τον βυζαντινό δικέφαλο αετό και τα γράμματα Ο.Θ.Ν.Κ. – ο Θεός νικά.
Ο Αθανάσης Διάκος είναι γραμμένος στα μητρώα των αξιωματικών του ιερού αγώνος με αριθμόν καταλόγου 17 και με τις εξής παρατηρήσεις:
«Διάκος Αθανάσιος πατρίς Δωρίς, οπλαρχηγός Λεβαδιάς.
Εις την κατά τας Θερμοπύλας μάχην κατά του Ομέρ Βρυώνη εγκαταλειφθείς με μόνον τριάκοντα ανδρείους μετά ηρωϊκήν πάλην και όλεθρον πολλών εχθρών εζωγρήθει και έλαβεν τον υπέρ της ελευθερίας μαρτυρικόν θάνατον ψηθείς δι’ οβελού επί πυράς την 23 Απριλίου 1821. Κατετάγη εις την πρώτην τάξιν των αξιωματικών».
Η λαϊκή μούσα και η εθνική συνείδηση πάνω από κάθε άλλον έψαλαν του Διάκου την πίστη, την φιλοπατρία, την ανδρεία, την σεμνότητα και το κάλλος.
Στο φωτεινό στερέωμα των αιωνίων αξιών, τον σήκωσε, και τον έφερε από τον τόπο του μαρτυρίου η Δόξα. Όπως μας λέει και ο ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, στο ποίημα του το «Δαχτυλίδι»:

«Κατακαθίζουν οι φωτιές… τρέχουν σιμά με φόβο…
Άφαντο τάγιο λείψανο!… Σκαλίζουνε τη στάχτη
Μην εύρουν ένα κόκαλο, μην ιδούν ένα σημάδι…
Τίποτε!… δεν πιστεύουνε… Σκάφτουνε, ξεδιαλέγουν
Τα πεθαμένα κάρβουνα… Τίποτε! Χτύπα, κέντα,
μιά σπίθ’ αστράφτει από τη γη… Σηκώνουνε τα μάτια
και βλέπουν ένα φτερωτό, χρυσό δαχτυλιδάκι,
που ανέβαινε στον ουρανό… Πότε, Θανάση, πότε;
Θα νάρθει πάλε να μας βρει και ποιος θα το φορέσει
Το φυλαχτό σου τακριβό;… Πότε, Θανάση, πότε;…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *