Φθία [Wikipedia]

20140223

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Η αρχαία Φθία ήταν περιοχή τμήματος της σημερινής Φθιώτιδας, όπου, μετά το 1300 π.Χ. κατοίκησαν οι Μυρμιδόνες. Λίγο πριν και στην εποχή του Τρωικού πολέμου (1280 π.Χ., η επικρατέστερη εκδοχή) τη Φθία κυβερνούσε ο Πηλέας (παιδί του Αιακού κι εγγονός Δία – Αίγινας) που σύζυγο είχε τη Θέτιδα και γιος τους ήταν ο Αχιλλέας. Από τα Έπη του Ομήρου και άλλους ποιητές, συγγραφείς και μελετητές της αρχαιότητας, είναι γνωστό πως τη χρονική εκείνη περίοδο η Φθία ταυτίζεται με την ανατολική – βορειοανατολική Φθιώτιδα, στην οποία, τότε, ανήκαν και τμήματα των νομών Λαρίσης – Μαγνησίας, όπως συνέβη και στους νεώτερους χρόνους. Οι τέσσερις πόλεις του «κράτους» Πηλέα – Αχιλλέα, το οποίο εκτείνονταν από τη Νέα Αγχίαλο ως τα Φάρσαλα, τη Λαμία και τους Ωραιούς, ήταν: Πελασγικόν Άργος (ή Κρεμαστή Λάρισα, όπως λεγόταν η σημερινή κωμόπολη Πελασγία Φθιώτιδας, παλαιότερα), Άλος, Αλόπη και Τραχίνα.

Η αρχαία Φθία δεν ήταν μία πόλη (όπως υποστηρίζουν κάποιοι, αλλά ολόκληρη περιοχή, όπως αυτή αναφέρεται από τον Όμηρο στην «Ιλιάδα», ραψ. Β΄, στίχοι 681-685: «Νυν αυ τους όσσοι το Πελασγικόν Άργος1 έναιον, οι τ’ Άλον, οι τ’ Αλόπην, οι τε Τρηχίνα νέμοντο, οι τ’ είχον Φθίην ηδ’ Ελλάδα καλλιγύναικα, Μυρμιδόνες δε καλεύοντο και Έλληνες και Αχαιοί, των αυ πεντήκοντα νεών ην αρχός Αχιλλεύς». Μετάφραση: «Κι απ’ τ΄ Άργος το Πελασγικόν όσ’ ήλθαν και απ’ την Άλον και απ’ την Τραχίνα πληθυσμοί και απ’ την Αλόπην όσοι, κι όσοι απ’ την καλλιγύναικα Ελλάδα και την Φθίαν, και Μυρμιδόνες και Αχαιοί και Έλληνες λέγονταν, πενήντα πλοία και αρχηγός εις όλους ήταν ο Αχιλλέας». Ο Όμηρος, παρακάτω, (Ιλιάδα Β, στίχ. 695-698) αναφέρει, αλλά ξεχωρίζει τις γειτονικές πόλεις Αντρώνα και Πτελεό, απ’ όπου ο Πρωτεσίλαος. «Άνδρες η Πύρασος χλωρή, που η Δήμητρα έχει δάσος, η Ίτων η πολύαρνη και η Φυλακή εστείλαν, και της Αντρώνος οι γιαλοί και η Πτελεός χλοώδης. Ο ανδρείος Πρωτεσίλαος ήτο αρχηγός τους πρώτα» (μετάφραση). Όμως, κι ο Ευριπίδης στο έργο του «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», αναφέρει: «Οι πολεμοχαρείς εκ Φθίας Μυρμιδόνες επέβαιναν σε 50 πλοία, που στην πρύμνη τους είχαν χρυσά αγάλματα Νηρηίδων. Μαζί με το Πελασγικόν Άργος (από τον Άργο, αδελφό του Πελασγού), όπως λεγόταν η πόλη Κρεμαστή Λάρισα, στην αρχή, που είναι η σημερινή Πελασγία. (Βλ. H. M. Chadwick: The Heroic Age, 1912, σελ. 280, σημ. 1). ( Βλ. και Πλατή Δ. «Λαμία», Αθήνα 1973, σελ. 15-19). Η λέξη Λάρισα ή Λάρισσα σημαίνει φρούριο, αλλά μία είναι η Κρεμαστή Λάρισα, πόλη των: Πηλέα – Αχιλλέα, αυτή στην ανατολική Φθιώτιδα και καμιά σχέση δεν έχει η πρωτεύουσα της Θεσσαλίας, Λάρισα. Συνεπώς, οι Μυρμιδόνες και ο Αχιλλέας, με όσα έγραψαν οι: Όμηρος κι Ευριπίδης, έφυγαν από συγκεκριμένες πόλεις, που βρίσκονταν στη σημερινή ανατολική Φθιώτιδα, και όχι από τη Θεσσαλία ή άλλο μέρος. Η περιοχή, δε, ονομάστηκε Φθία από τον Φθίο (όπως θα δείτε παρακάτω). Τα στοιχεία αυτά παραθέτουν και νεώτεροι ερευνητές, όπως οι: Κρατίνος Αποστολίδης, Ιωάννης Βορτσέλας, Ζήσης Πρωτοπαπάς, το εγκυκλοπαιδικό λεξικό «Υδρία» και οι περιγραφές του Γερμανού περιηγητή Fr. Stahlin, στις οποίες παραθέτει και χάρτη της περιοχής.

Στην αρχαιότητα, τμήματα της σημερινής Μαγνησίας και μικρό μέρος του Νομού Λαρίσης ανήκαν στη Φθία, ενώ, και στους νεώτερους χρόνους, πολλά χωριά της νοτιοδυτικής Μαγνησίας, ανήκαν στο Νομό Φθιώτιδας, μεταξύ των οποίων και το παραθαλάσσιο Αχίλλειο (ασφαλές φυσικό λιμάνι της περιοχής, ίσως και του Αχιλλέα, εξ ου και το όνομά του). Πέρα από τη Νέα Αγχίαλο (Φθιώτιδες Θήβες) και τις σημερινές Μικροθήβες άρχιζε η περιοχή της Ιωλκού, όπου βασίλευε ο Πελίας. Πριν το 1300 π.Χ. στην περιοχή (όπως και σε άλλα μέρη της Ελλάδας) ζούσαν οι Πελασγοί. Κατά την ελληνική Μυθολογία, ήταν απόγονοι του Πελασγού, γιου του Δία και της Νιόβης, απ’ όπου ονομάσθηκαν, μετά, Πελασγοί. Ο Πελασγός και η κόρη του Ωκεανού, Μελίβοια (ή, κατ’ άλλους, με την Κυλλήνη) γέννησαν τον Λυκάονα, που, με πάρα πολλές γυναίκες, απόκτησε 50 γιους: Θεσπρωτό, Μάκεδνο (Μακεδονία), Μαίναλο, Φθίο (Φθία), Λύκιο, Ορχομενό, κι έτσι οι Πελασγοί εξαπλώθηκαν σε όλη την Ελλάδα, η οποία, αρχικώς, ονομαζόταν Πελασγία και οι κάτοικοί της Πελασγοί: «Της νυν Ελλάδος, πρότερον δε Πελασγίης καλουμένης» ( Ηρόδοτος, B΄ 54-57). Πελασγός, κατά τη μία εκδοχή, είναι σύνθεση των λέξεων πέλα, που σημαίνει σιμά, και άγω = οδηγώ, δηλαδή οδηγώ το λαό μου κάπου σιμά, με την προοπτική εξεύρεσης τροφής και νερού. Κατά τη δεύτερη εκδοχή προέρχεται από λέξη της αρχαιότητας που σήμαινε άνθος – ανθίζω.

staehlin-landkarte-thessalien

Οι Μυρμιδόνες (Αχαϊκό φύλο) έφτασαν στη Φθία περί το 1300 π.Χ., ως εξής: Ο Αιακός, κατά την ελληνική μυθολογία, ήταν γιος του Δία και της νύμφης Αίγινας. Όταν κάποτε ο Αιακός είδε πάνω στον κορμό ενός δένδρου αμέτρητα μυρμήγκια, παρακάλεσε τον πατέρα του Δία να του στείλει τόσους ανθρώπους, σε αυτό το νησί, όσα ήταν και τα μυρμήγκια. Και ο Δίας, ακούγοντας τα παρακάλια του γιου του, μεταμόρφωσε τα μυρμήγκια σε ανθρώπους που, σύμφωνα με την παράδοση, ονομάστηκαν Μυρμιδόνες. Ο Αιακός υπήρξε Γενάρχης του γένους των Αιακίδων, πρώτος βασιλιάς της Αίγινας και σύζυγος της Ενδηΐδας (κόρης του Χείρωνα ή του Σκίρωνα). Με την Ενδηίδα έκαναν τον Πηλέα και τον Τελαμώνα. Ενώ, από τη δεύτερη γυναίκα του, την Νηρηίδα Ψαμάθη, απέκτησε τον Φώκο. Όταν ο Τελαμώνας σκότωσε, κατά λάθος, τον Φώκο, στην εξάσκησή του στην δισκοβολία, οι κάτοικοι της Αίγινας νόμισαν ότι το έκανε από φθόνο, επειδή ήταν καλύτερος στο αγώνισμα. Ο πατέρας του, που αγαπούσε τον Φώκο πάρα πολύ, εξόρισε από την Αίγινα και τους δύο γιους που είχε από την πρώτη σύζυγό του, προς κατευνασμό των δύσπιστων πολιτών της. Έτσι, ο Τελαμώνας έγινε βασιλιάς στη Σαλαμίνα, ενώ ο Πηλέας κατέφυγε στη Φθία, μαζί με πολλούς από τους Μυρμιδόνες.

Οι Μυρμιδόνες (συνώνυμη της λέξης μυρμήγκια, προερχόμενοι από αυτά), ήταν πολύ εργατικοί (όντας έποικοι στην περιοχή, που έπρεπε να επιβιώσουν) κι έφτιαχναν στοές για τις μυστικές κι ασφαλείς μετακινήσεις τους. Μια τέτοια στοά υπάρχει από τη θέση «Κάστρο», Β.Α. της Πελασγίας, μέχρι την Παραλία της. Λέγεται, δε, πως οι Μυρμιδόνες, κάποτε, άφησαν λίγους κατοίκους (η μία εκδοχή) να παίζουν μουσικά όργανα μέσα σε αυτή, για να ξεγελάσουν τον εχθρό πως, τάχα, γλεντούν, ώστε να επιτεθεί το πρωί, που αυτοί θα κοιμόντουσαν ακόμα, ενώ εκείνοι είχαν φύγει μέσα από τη μυστική σήραγγα.

Όταν έφτασε ο Πηλέας στην περιοχή, παντρεύτηκε την Αντιγόνη, κόρη του βασιλιά της Φθίας, Ευρυτίωνα, και της γυναίκας του Αστυδάμειας. Μαζί απέκτησαν την Πολυδώρα. Ως προίκα έλαβε το εν τρίτον της Φθίας, αυτή στη σημερινή Ανατολική – Βορειοανατολική Φθιώτιδα.

Άλλες περιοχές της Φθίας ανήκαν σε διαφόρους ήρωες ή τοπικούς άρχοντες. Η Οπούντα ανήκε στον Αίαντα (Ομήρου Ιλιάδα, Β΄ 527), η Δολοπία στον Φοίνικα (Ομήρου Ιλιάδα, Ι΄ 484), η Θαυμακία (Δομοκός) στον Φιλοκτήτη (Ομήρου Ιλιάδα, Β΄ 716), ο Πτελεός στον Πρωτεσίλαο κ.λπ.

Η Θέτιδα για να κάνει αθάνατο τον γιο της βάπτισε τον μικρό Αχιλλέα στα νερά της Στύγας (ή του Σπερχειού) κρατώντας τον από τη φτέρνα. Έτσι, η «αχίλλειος πτέρνα» ήταν το μόνο τρωτό του σημείο, που τον οδήγησε στο θάνατο. Την ανατροφή του μικρού Αχιλλέα ανέλαβε ο κένταυρος Χείρωνας, που εκπαίδευε, μαζί, και τον μικρότερο, αλλά θείο, του Αχιλλέα, Πάτροκλο (ο Αχιλλέας ήταν εγγονός του Αιακού, ενώ ο Πάτροκλος πρώτος ανιψιός του). Αργότερα, σύμφωνα με τον μύθο, η Θέτιδα έκρυψε τον Αχιλλέα στην αυλή του Λυκομήδη στη Σκύρο, μεταμφιεσμένο σε κορίτσι. Εκεί είχε δεσμό με την κόρη του βασιλιά, Δηιδάμεια, με αποτέλεσμα να γεννηθεί ένας γιος, ο Νεοπτόλεμος. Ανακαλύφθηκε, όμως, από τον Οδυσσέα (ή τους: Αίαντα Τελαμώνιο και Φοίνικα), που έφτασε μεταμφιεσμένος σε γυρολόγο, πουλώντας κοσμήματα και όπλα. Ο Αχιλλέας εντοπίστηκε επειδή κοιτούσε ένα σπαθί. Αναχώρησε από το λιμάνι της Σκύρου Αχίλι (ή Αχίλλι) για τη Φθία. Μετά τις προετοιμασίες ο έφηβος, ακόμη, Αχιλλέας έφυγε για την Αυλίδα κι αργότερα πήρε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο.

Ο Πηλέας ανέθεσε στον Φοίνικα, γιο του Αμύντορα, να τον συνοδέψει στην εκστρατεία και να τον συμβουλεύει. Τα δώρα των θεών από τον γάμο του με τη Θέτιδα, ήταν τα όπλα που έδωσε στον Αχιλλέα, μαζί κι ένα ακόντιο που μπορούσε να θεραπεύει τις πληγές που προκαλούσε, δώρο του Χείρωνα, αλλά και τα δυο περίφημα άλογα, Βάλιο και Ξάνθο, γαμήλιο δώρο του Ποσειδώνα.

Ο Τρωικός Πόλεμος έγινε περί το 1280 π.Χ (η μία εκδοχή). Άρα, όσοι υποστηρίζουν ότι τα Φάρσαλα ταυτίζονται με τη Φθία, έχουν άδικο, αφού η ιστορία της Φαρσάλου αρχίζει το 1100 π.Χ., δηλ. 200 χρόνια αργότερα. Στηρίζουν, δε, την ταύτιση στον Ιστορικό Φερεκύδη, του οποίου έργα δεν έχουν διασωθεί, ενώ είναι γνωστό πως ο Φερεκύδης τροποποίησε τους θρύλους, όχι για να τους εκλογικεύσει, αλλά για να τους προσαρμόσει στη λαϊκή πίστη της εποχής του. Για τον λόγο αυτό, ο Φερεκύδης δεν μπορεί να εξισωθεί με πιο έγκυρους ιστορικούς. (el.wikipedia.org) Όπως γράφει και ο εκπαιδευτικός Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου, στο έργο του: “H Λάρισα (σ.σ. της Θεσσαλίας) και η Θεσσαλική ιστορία”: Τμήμα της Αχαΐας Φθιώτιδας (Τετράς Φθιώτις) από τις αρχές του 5ου αι. π.Χ. ενσωματώθηκε πλήρως στη Θεσσαλία, ενώ τα νότια ορεινά της, η κυρίως, δηλαδή, Αχαΐα Φθιώτις θεωρούνταν υποταγμένη εξωθεσσαλική περιοχή. Η αναφορά αυτή δηλώνει την πραγματικότητα, ότι, δηλαδή, η Φθία δεν ανήκε στη Θεσσαλία κατά την αρχαιότητα, κι αν αυτό έγινε αφορούσε τον 5ο αιώνα π.Χ. και όχι την εποχή που ζούσε ο Αχιλλέας. Το ίδιο εσφαλμένη θεωρείται και η εκδοχή όσων υποστηρίζουν πως η Φθία βρισκόταν στην περιοχή Θαυμακία (Δομοκός), επικαλούμενοι αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή εκείνη, παραβλέποντας πως το μέρος αυτό είχε παραχωρηθεί στον Φιλοκτήτη, αφού ο Όμηρος ξεχωρίζει τους πολεμιστές από τη Θαυμακία, στην Ιλιάδα, Β΄, στιχ. 716-718: «Της Θαυμακίας στάλθηκαν και της Μηθώνης άνδρες, της Ολιζώνος πετρωτής και ομού της Μελιβοίας. Και ο Φιλοκτήτης αρχηγός, εξαίσιος τοξότης».

Ακόμα κι αν πάμε χιλιάδες χρόνια πίσω, στον Κατακλυσμό του Δευκαλίωνα (9000 π.Χ. ή πιο νωρίς) οι περιοχές: Φθία και Θεσσαλία, όπου βασίλευσε ο Δευκαλίωνας, αναφέρονται ως ξεχωριστές, παρ’ ότι δεν υπήρχαν ακριβή σύνορα, ακόμη, αφού οι διάφορες φυλές ζούσαν νομαδικώς, μετακινούμενοι. Μετά τη λήξη της καταστροφικής νεροποντής, το πλοίο του Δευκαλίωνα προσάραξε στο όρος Όρθρυς (ή στον Παρνασσό), κι όπως όλοι γνωρίζουν, το βουνό Όθρη ανήκει και στη Φθιώτιδα και στη Θεσσαλία. Για τον λόγο αυτόν, προφανώς, αναφέρεται πως ο ίδιος ο Δευκαλίωνας, έγινε ο βασιλιάς της Φθίας και της Θεσσαλίας (Σ.σ.: πάλι αναφέρονται δύο ξεχωριστές περιοχές).

Ερχόμενοι στα νεότερα χρόνια, μαθαίνουμε πως: Αναφορές του Βιργίλιου στην “Αινειάδα” μιλούν για τον “Λαρισαίο Αχιλλέα”1. Δε χωράει αμφιβολία πως ο Ρωμαίος ποιητής τον συνδέει με τη Λάρισα Κρεμαστή η οποία ανήκε στην περιοχή της Όθρυος που θεωρούνταν πως εξουσίαζε ο αρχηγός των Μυρμιδόνων και όχι στην πρωτεύουσα της Θεσσαλίας2. Αυτή η ειδική σχέση της Λάρισας Κρεμαστής με τον Αχιλλέα παρουσιάζεται και στο νόμισμα που έχει κόψει η πόλη μετά την αυτονομία (302 π.Χ.) που της παραχώρησε ο Δημήτριος Πολιορκητής, το οποίο κυκλοφορούσε παράλληλα με τα νομίσματα των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου3. Στη μία όψη του εικονίζεται κεφαλή του Αχιλλέα με πλούσια μαλλιά και στην άλλη η Θέτιδα να ιππεύει ιππόκαμπο και να κρατάει ασπίδα (του Αχιλλέα;) πάνω στην οποία υπάρχει το μονόγραμμα ΑΧ (Αχιλλέας ή Αχαιοί;)4. Τα παραπάνω νομίζω πως αντανακλούν παγιωμένες αντιλήψεις για αλληλεξάρτηση του Αχιλλέα και της μητέρας του με την Κρεμαστή Λάρισα αλλά και όλη την Αχαΐα Φθιώτιδα γενικότερα. Εννοείται πως σε αυτές τις πεποιθήσεις αναδύεται βασικά ένα θρησκευτικό στοιχείο που αφορά δυνάμεις που συνδέονταν με την περιοχή. Προϋπόθεση αυτής της θέσης είναι η πληροφορία του Ησίοδου πως η Όθρυς αποτελούσε θεϊκό βουνό στο οποίο ήταν εγκατεστημένο το συμβούλιο των Τιτάνων, όπως γράφει στη “Θεογονία”5. 1. Οι αναφορές στην “Αινειάδα” έχουν ως εξής: “Quos neque Tydides, nec Larissaeus Achilles’, 2,197 και “et Tydides et Larissaeus Achilles”, 11,404. 2. Βλέπε τα επιχειρήματα στο kennedy Benjamin Hall, P. Vergili Maronis Bucolica, georgika, Aeneis. The wοrk of Virgil with commentary and appendix, London 1876, σ. 414 και Anthon Charles (Ed.), Classical Dictionary, New York 1869, λήμμα Larissa, σ. 723. 3. Βλέπε και Heyman C., “Achille – Alexandre, sur les monnaies de Larissa Cremaste en Thessalie”, Studia Hellenistica 16, (Antidorum W. Peremans) Louvain–La Neuve 1968, 115-125. 4. Βλέπε, επίσης περιγραφή του νομίσματος στο Forrer L. , The Weber Collection, V. II Greek Coins, London 1924, σ. 220. 5. “Θεογονία”, 631-633, Νικόλαος Αντωνίου Παύλου και

http://web.archive.org/20110514182946/pelasgia.blogspot.com/2011/02/blog-post_6713.html/ ].
Στοιχεία ελήφθησαν από άρθρο που έχει γράψει ο συγγραφέας – ποιητής Νίκος Μπατσικανής και δημοσιεύονται στην παραπάνω ΄”σελίδα”.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *