Σύγχρονες αντιθέσεις δεξιάς και αριστεράς

20141123

Επιμέλεια Μαυροζαχαράκης Μανόλης / Πολιτικός Επιστήμονας –Κοινωνιολόγος / Αρχισυντάκτης του Πολιτικού Λόγου στα 24γράμματα

Η κρίση συγκέντρωσε τον δημόσιο διάλογο στην αντίθεση μεταξύ δημοσιονομικού αυταρχισμού και διατήρησης κοινωνικών κεκτημένων ως κυρίαρχη γραμμή διαμάχης μεταξύ δεξιάς και αριστεράς, χωρίς σαφείς διαχωριστικές γραμμές αλλά γεμάτη με ακαθόριστες και ασαφής αφηγήσεις.

Ποτέ άλλοτε δεν ενέσκηψε τόσο ζωτικά το ερώτημα για τα ουσιαστικά περιεχόμενα διαμάχης μεταξύ αριστεράς και δεξιάς.

Ιστορικά η εν λόγω διάκριση παραπέμπει στην καθιστική διάταξη της γαλλικής Βουλής του 1814. Στα δεξιά από την οπτική γωνία του προέδρου, καθόταν τα πιστά στον βασιλιά πολιτικά κόμματα που μάχονταν υπέρ της διατήρησης της υπάρχουσας τάξης. Στα αριστερά αντιθέτως καθόταν τα κόμματα που διεκδικούσαν την αλλαγή των πολιτικοκοινωνικών συνθηκών.

Η σημερινή χρήση των όρων προκαλεί ενίοτε μεγάλη σύγχυση.

Βλέπουμε σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που αυτοαποκαλούνται αριστερά ενώ την ίδια στιγμή τους αποδίδεται ο τίτλος της «δεξιάς η συνθηκολογημένης σοσιαλδημοκρατίας».

Στον φιλελεύθερο έχουμε την διάκριση μεταξύ φιλελεύθερων αριστερών και δεξιών νεοφιλελεύθερων.

Στον αντίποδα παρατηρείται μια συνεχή επέκταση της φασιστοειδούς ακροδεξιάς ενώ η ύπαρξη φασιστικών τάσεωνi και η αλόγιστη ρητορική χρήση της βίαςii έχει καταγγελθεί και για την αριστερά, πχ. από τον φιλόσοφο Jürgen Habermas.

Εκ της ασάφειας των διαχωριστικών γραμμών αναφύεται ένα ζήτημα προσδιοριστικών αξιών.

Ειδικότερα στο ζωτικό οικονομικό πεδίο η καθηγήτρια κοινής γνώμης Noelle –Neuman διακρίνει ως αριστερές αξίες την επιμονή στον κρατικό προγραμματισμό και τον δημόσιο έλεγχο ενώ ως δεξιές αξίες την επιμονή στην ιδιωτική οικονομία και τον ανταγωνισμό.

Η αριστερά αντιλαμβάνεται την έννοια της ελευθερίας ως απελευθέρωση από την ένδεια εκφράζοντας την απαίτηση απέναντι στην πολιτεία για κοινωνική προστασία και αλληλεγγύη προς τους αδύναμους.

Η δεξιά αντιθέτως προσεγγίζει την ελευθερία πρωτίστως ως απελευθέρωση από τον κρατικό παρεμβατισμό και εξαναγκασμό εκτιμώντας ανυπέρβλητα κάθε οικονομική ανάληψη ρίσκου.

Η εποχή της κρίσης αντέστρεψε τα αξιακά πρόσημα από την στιγμή που το κράτος χρησιμοποιήθηκε από τις κυρίαρχες νεοσυντηρητικές δυνάμεις ως κύριος μοχλός για την συμπίεση των κοινωνιών και ουσιαστικά για την διεκπεραίωση μιας νέας αναδιανομής από κάτω προς τα πάνω.

Η προβληματική εμμονή στον μονεταρισμό κυρίως από την Γερμανία ανέδειξε το ζήτημα της δημοσιονομικής ισορροπίας και των πλεονασμάτων ειδικότερα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών σε κυρίαρχη υποχρέωση των ευρωπαϊκών κρατών και οι αντίστοιχες κρατικές παρεμβάσεις επισφραγίστηκαν επισήμως ως θεμιτές. Από την άλλη πλευρά ανατράπηκαν με κάθε τρόπο οι κεντροαριστερές μορφές λειτουργίας του κράτους αντίστοιχες στην τόνωση των οικονομιών μέσα από ενέσεις ρευστότητας, δημόσιες επενδύσεις και κοινωνικές παροχές.

Αυτό συνέβη διότι η λογική της χαλάρωσης και των δημοσίων δαπανών προσκρούει άμεσα στα συμφέροντα της Γερμανίας που συντηρεί το υψηλό πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της, προτάσσοντας την επίτευξη αποταμιεύσεων παρά την επιδίωξη επενδύσεων.

Φυσικά δεν είναι μεμπτή η επιδίωξη πλεονασμάτων ενός κράτους στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, δηλαδή στο διασυνοριακό εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών, ούτε είναι μεμπτή η επιδίωξη υψηλών ποσοστών αποταμιεύσεων. Τελικά τα πλεονάσματα και οι αποταμιεύσεις καταγράφουν την ανταγωνιστικότητα μιας χώρας.

Το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών μιας χώρας διαφέρει ωστόσο από το ποσοστό αποταμίευσης μιας οικονομίας στο σύνολό της, δηλαδή το εθνικό ποσοστό αποταμίευσης.

Στο τελευταίο συμπεριλαμβάνονται μαζί με τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις και οι κρατικοί θεσμοί.

Ένα υψηλό ποσοστό εθνικής αποταμίευσης σημαίνει ότι μια οικονομία παράγει στο εσωτερικό πολύ περισσότερο από ότι καταναλώνει.

Το εθνικό ποσοστό αποταμίευσης προκύπτει εάν αφαιρέσουμε από την εγχώρια παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών (δηλαδή, το ΑΕΠ) την εγχώρια κατανάλωση.

Συνεπώς, το υψηλό ποσοστό εθνικής αποταμίευσης από μόνο του δεν δημιουργεί ευημερία πάρα μόνο αν οι υπάρχουσες αποταμιεύσεις ρέουν σε παραγωγικές επενδύσεις. Μόνο τότε μια οικονομία αναθερμαίνεται και αυξάνεται η ευημερία.

Εάν οι εγχώριες επενδύσεις είναι σημαντικά χαμηλότερες από τις εγχώριες αποταμιεύσεις, η πλεονασματική παραγωγή και αντίστοιχα, οι πλεονάζουσες αποταμιεύσεις εξάγονται στο εξωτερικό.

Τα πλεονάσματα εξαγωγών που τιμολογούνται σε ξένο νόμισμα, επιφέρουν συναλλαγματικά έσοδα και κέρδη τα οποία είτε ανταλλάσσονται σε τοπικό νόμισμα είτε επενδύονται στο εξωτερικό. Οι περισσότεροι επενδύουν τα κέρδη αυτά στην αγορά ξένων περιουσιακών στοιχείων. Εξ ου ο Warren Buffet κάποτε εξέφρασε τους φόβους του για το ξεπούλημα των ΗΠΑ.

Εν κατακλείδι, ένα υψηλό πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι εξίσου σημάδι δραστικής ανισορροπίας στην οικονομία όπως ένα μεγάλο έλλειμμα.

Ανακύπτει επομένως ως θεμελιώδες πρόβλημα της τρέχουσας κρίσης στη ζώνη του ευρώ, η χαώδη αναντιστοιχία μεταξύ του εθνικού ποσοστού αποταμίευσης και των εγχώριων επενδύσεων που παρουσιάζει η Γερμανία. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι η χώρα, διαθέτει το μεγαλύτερο πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στον κόσμο.

Με το πλεόνασμα αποταμιεύσεων επιβαρύνονται οι άλλες χώρες της ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας και της Ιταλίας.

Η περιορισμένη εσωτερική ζήτηση στην Γερμανία που ανάγεται στη σημαντική αύξηση του βαθμού αποταμίευσης σε συνδυασμό με την αύξηση της ζήτησης για γερμανικά προϊόντα από τις αναπτυσσόμενες χώρες αλλά και τις χώρες της Νοτίου Ευρώπης από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, σύμφωνα με μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αναδεικνύουν την Γερμανία σε μεγάλο κερδισμένο της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Όπως τονίζει ο Adam Tooze «η οικονομική θέση της Γερμανίας είναι απλά μη βιώσιμη. Κατά πρώτον, ένα μεγάλο μέρος του εμπορικού πλεονάσματός της έχει επιτευχθεί εις βάρος των αντίστοιχων ελλειμμάτων τρεχουσών συναλλαγών των ευρωπαϊκών χωρών που βρίσκονται σε κρίση. Ταυτόχρονα, αυτό το υπερμέγεθες πλεόνασμα πηγαίνει χέρι-χέρι με μεγάλες ανισορροπίες στο εσωτερικό της οικονομίας της Γερμανίας. Οι γερμανικές επιχειρήσεις έχουν επενδύσει τα κέρδη τους στο εξωτερικό, βοηθώντας τη χρηματοδότηση ξένων εισαγωγών. Εν τω μεταξύ, καθώς τα γερμανικά χρήματα έχουν διαρρεύσει από τη χώρα, οι εγχώριες επενδύσεις έχουν ατονήσει σε άνευ προηγουμένου χαμηλά επίπεδα».

Μια σύγχρονη αριστερή αφήγηση επομένως δεν αντιτίθεται στην δεξιά μόνο στην προάσπιση κοινωνικών κεκτημένων και στο ζήτημα της αναδιανομής αλλά οφείλει να θέσει στο επίκεντρο το ζήτημα της ρευστότητας και της αύξησης των επενδύσεων ειδικότερα σε τομείς που προσφέρουν σταθερή και ποιοτική απασχόληση. Αυτό είναι εφικτό μέσα από φορολογικά και άλλα κίνητρα για εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην καινοτομία και σε νέους παραγωγικούς τομείς. Παράλληλα χρειάζεται μια πολιτική τόνωσης της κατανάλωσης και μέσω αυτής, τόνωση της απασχόλησης. Δόκιμο σε αυτή την κατεύθυνση είναι η μείωση των έμμεσων φόρων και ειδικότερα του ΦΠΑ Επίσης θα μπορούσαν να μειωθούν οι φόροι για τις οικογένειες με χαμηλό και μέτριο εισόδημα (αυτές οι οικογένειες χρησιμοποιούν στο διαθέσιμο εισόδημα τους σχεδόν πλήρως στην κατανάλωση).

Τα μέτρα αυτά αυξάνουν την εγχώρια κατανάλωση, μειώνοντας το εθνικό ποσοστό αποταμίευσης και το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών χωρίς να θίγουν την ανταγωνιστικότητα του εξαγωγικού τομέα των οικονομιών. Σίγουρα υπάρχουν μεταρρυθμίσεις οικονομικά αποτελεσματικές και κοινωνικά ανεκτές και ας κάνουν ορισμένοι πως δεν καταλαβαίνουν.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *