Μνημόνιο ή μη μνημόνιο;

FtS114
GROBOK from Capital.gr
Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

Η επιχείρηση πήγαινε πρίμα. Λίγο γιατί η αγορά ήταν στα πάνω της, λίγο γιατί το επιτελείο των λογιστών, έβλεπε ανελλιπώς Τοπ Σεφ, και μελετούσε τα άπαντα του Μαμαλάκη, όλο και μοστράριζε κάτι ισολογισμούς μούρλια…

Το μαγαζί απασχολούσε πολλούς νοματαίους, αρκετοί εκ των οποίων ήταν και εργαζόμενοι. Με την πραγματική έννοια του όρου. Γιατί ήταν πολλοί και εκείνοι που ενώ το μεροφάι τους ήταν αρκετά καλό, η ταμπέλα του εργαζόμενου δεν τους πήγαινε και πολύ αφού το μεροδούλι τους ήταν της πλάκας. «Αντιπαραγωγικοί» που λένε και οι γραμματιζούμενοι, λαϊκώς «μαχμουρλήδες» ή «ταβλαμπάδες», ή τεμπελχανάδες κατά το κοινώς λεγόμενον. Όλοι ήξεραν πως το προηγούμενο αφεντικό είχε μεγάλο σόι και έπρεπε να βολέψει πολλούς στο μαγαζί του. Δεν ήταν ο πρώτος άλλωστε. Πριν τον συμπαθέστατο κύριο Κώστα, που είχε μάθει τη δουλειά από το θείο του, υπήρξαν πολλοί που επιδόθηκαν επιτυχώς στην επαγγελματική αποκατάσταση φερέλπιδων νέων, κατόχων της απολύτου απαραίτητης καλωδιακής απολήξεως ηλεκτρικής συσκευής, κοινώς «βύσματος». Και ο συνονόματός του – πλην αντιπαθέστατος προκάτοχος – τα ίδια έκανε, όπως και οι μεγαλύτεροι όλων άσπονδοι εχθροί, Ανδρέας, «ο δώστα όλα» και Κωνσταντίνος, «ο πάρτα όλα».
Βέβαια η επιχείρηση όσο μεγάλωνε, τόσο βάραινε. Οι λιγοστοί εργαζόμενοι όσο κι αν προσπαθούσαν, δε μπορούσαν να βγάλουν πέρα τη δουλειά. Η παραγωγή έπεφτε και οι κηφήνες αυξάνονταν. Ο κύριος Κώστας την ψιλιαζόταν τη φτιάξη και άρχισε να ανησυχεί. Η λύση ήταν μονόδρομος. Δανεικά! Πάλι; Πάλι! Ο πρώτος θα ήταν; Ούτε καν ο δεύτερος…Ο τέταρτος θα ήταν με μεγάλο θεωρητικό του είδους τον παμμέγιστο Ανδρέα, ο οποίος χρέωνε μέχρι τα μπούνια την επιχείρηση για να κάνει δώρο στους εργαζόμενους γαλοπούλες τα Χριστούγεννα, συκωταριές το Πάσχα και κουβαδάκια για την άμμο το καλοκαίρι…Άλλωστε αν μιλούσε για χασομέρηδες, παρτάκηδες, ή ακόμα – ντροπή κύριε Κώστα – για νταβατζήδες, θα του το κλείνανε το μαγαζί. Λαμπόγυαλο θα του το κάνανε…Εδώ κάτι σεμινάρια πήγε να κάνει στους νεοπροσληφθέντες η κα Μαριέτα από το Προσωπικό και πετάγανε τις καρέκλες στους σεκιούριτι, σπάσανε και το ψυγείο της καντίνας και πήρανε όλες τις κόκα κόλες…
Όμως ο κύριος Κώστας, μπορεί να ήταν βαριεστημένος άνθρωπος, αλλά χαζός δεν ήταν. «Τι κάθομαι εδώ και παιδεύομαι με επιχειρήσεις και δάνεια, δεν τα παρατάω όλα, να πάρω την κυρά και τα κουτσούβελα, να γυρίσουμε όλες τις χασαποταβέρνες της επικράτειας; Ο Γιώργος περιμένει πώς και πώς να γίνει διευθυντής, έχει τάξει και αυξήσεις λέει, άσε τη χαρά που θα πάρει η κυρά Μαργαρίτα όταν καμαρώσει το γιόκα της μέσα στα μεγαλεία». Έτσι κι έκανε. Την έκανε…
Ο κύριος Γιώργος είναι καλός άνθρωπος. Μπορεί να είναι γιος του Ανδρέα που λέγαμε και πιο πριν, αλλά είναι ψυχούλα. Μόνος φτιάχνει τον καφέ του, μόνος συγυρίζει, μόνος καθαρίζει. Έχει και ποδήλατο και πάει και βόλτες. Έχει και κανό και κάνει και βαρκάδες. Μόλις ανέλαβε ζήτησε να βάλλουν παντού ερκοντίσιον ινβέρτερ και λάμπες οικονομίας σε όλα τα ντουί. Έβαλε λαπτόπ και στο βε-σε και στέλνει την καλημέρα του σε όλους με η-μεήλ. Προχωρημένα πράματα. Όμως όταν τον επισκέφτηκε ο αρχιλογιστής του το μάλλον αμήχανο χαμόγελό του πάγωσε…
– Κύριε Γιώργο, θυμάστε που σας έλεγα πριν αναλάβετε, ότι το ταμείον είναι μείον και δε με πιστεύατε;
– Ναι, απαντά ο Γιώργος…
– Θυμάστε που λέγατε ότι λεφτά υπάρχουν και πως φτάνουν για αυξήσεις των μισθώνε, για τα σπα της κυρά Μπιρμπίλως και για τα φουά γκρα που κερνάει ο κυρ Θόδωρος τον κόσμο;
– Ε, ναι, ξανά-απαντά ο Γιώργος…
– Ε, λοιπόν, ελάτε να δείτε και μόνος σας…Δεν υπάρχει σέντσι…
Από μακριά ακούγεται η φωνή του επιστάτη, του κ. Ανδρέα, του γιου του γερο-Λοβέρδου να λέει: «Αλήθεια Γιώργο, δεν υπάρχει σάλιο!»
Ο κύριος Γιώργος τρελάθηκε! Κοίταζε και ξανακοίταζε μέσα στο άδειο κουτί και δεν έβλεπε τίποτα… Ήταν τόσο άδειο που μπορούσε να ακούσει πεντακάθαρα το γουργουρητό της κοιλιάς του κυρ Θόδωρου από το γραφείο, ή ακόμα και τον ήχο από το πληκτρολόγιο της κυρίας Λούκας από το Οικονομικό τμήμα, που εδώ και ένα χρόνο δε της βγαίνει ούτε μία πασιέντζα… Δε μπορεί, κάτι πρέπει να κάνω άμεσα να σώσω την εταιρεία! Θα κάνω τον παν για την εταιρεία!
Εκείνη τη στιγμή πήρε τη μεγάλη απόφαση! Κάλεσε όλους τους δανειστές να τους μιλήσει για την κατάσταση. Τις τράπεζες, τους ασφαλιστές, ακόμα και το μάστρο Μήτσο που του χρωστάγανε κάτι ψιλά για τα ντουλάπια της κουζίνας που έφτιαξε για να χωράνε τα σάντουιτς του κου Θόδωρου, που καθότανε στο πόστο του, όταν πήγαινε ταξίδι για συνέδρια στας Ευρώπας και στας Αμερικάς.
Κύριοι, τους είπε, στο ταμείο δε βρήκα ούτε δίφραγκο. Και τις πορτοκαλάδες που σας κερνάμε, βερεσέ από το καφενείο απέναντι της κυρά Αγγελικής (της Γερμανίδας) τις πήραμε και μας είπε πως είναι οι τελευταίες σας παλιομπαταχτσήδες και πως στο λαιμό να σας κάτσουνε…Δεν είμαστε επιχείρηση, είμαστε ο Τιτανικός, δεν υπάρχει σάλιο, σέντσι και χρωστάμε και τα μαλλιά της κεφαλής του κυρίου Γιώργου του Παπακωνσταντίνου του αρχιλογιστή μας, που έχει και πολλά γιατί αν ήταν για τα δικά μου, το χρέος δε θα ήταν δα και τίποτα σπουδαίο. Και τώρα που τα μάθατε όλα, θέλω να με δανείσετε μερικά ψιλά και με χαμηλό επιτόκιο, να με διευκολύνετε το δύστυχο, που δεν έχω στον ήλιο μοίρα…
Οι δανειστές, που δεν ήταν και τίποτα καλόπαιδα του κατηχητικού, είχαν πάρει πρέφα την κατάσταση από καιρό. Ξέρανε ότι αν δε βοηθούσανε δε θα παίρναν πίσω ούτε γρόσι, γι’ αυτό του την είπανε αυστηρά, αλλά με υποσχέσεις:
– Άκου Γιώργο. Θα σου δώσουμε όσα θες για να ξελασπώσεις, αλλά και μείς δε μοιράζουμε χρήμα για να σχωρεθούν τα αποθαμένα μας. Πρέπει να τα δώσεις πίσω και με τόκο. Και για να μην είναι μεγάλος ο τόκος, θα μας γράψεις μέχρι να ξοφλήσεις το εργοστάσιο και κάτι αμπελοχώραφα που έχετε και τα βαράει το κύμα τζάμπα. Με λίγα λόγια, βάλε υποθήκη να γλιτώσεις.
– Ποτέ των ποτών, απάντησε υπερήφανα ο Γιώργος και ρώτησε: «Πού υπογράφω;»
– Στο τέλος της σελίδας Νο 120, εκεί που λέει «Ο κ. Γιώργος». Μόνο που για να είμαστε σίγουροι ότι θα μας τα δώσεις πίσω, πρέπει να κάνεις οικονομία Γιώργο. Να κόψεις δαπάνες. Ξεκίνα από τους τεμπελχανάδες. Τζάμπα τρώνε τόσα χρόνια παντεσπάνι, ας ψάξουν να δουλέψουν. Και να δεις το θέμα με τις προμήθειες. Σε κλέβουν από εκεί πολύ χοντρά…
– Αυτό είναι αδύνατον! απαντά ο Γιώργος. Τι θα πουν στο σπίτι οι δικοί μου. Είναι όλοι συγγενείς και φίλοι, α, πα, πα, αποκλείεται! Κάτι άλλο θα σκεφτώ…
– Κοίτα Γιώργο, το μαγαζί είναι (ακόμα) δικό σου και δε μας πέφτει λόγος. Όμως να ξέρεις ότι αν τα πάρεις από τους εργαζόμενους (που λέγαμε πιο πάνω) θα έχεις πρόβλημα. Ένας, ένας θα σου σκαρίζουν, άλλοι για τα θυμαράκια, κι άλλοι για τας Ευρώπας μετανάσται…
Εκεί που το σκεφτόταν ο Γιώργος, εμφανίζεται μπροστά του ένας αφελής εργαζόμενος, που μασουλούσε κάπως αδιάφορα ένα μισοφαγωμένο σάντουιτς, από εκείνα που μοιράζει ο κυρ Θόδωρος και τον κοίταξε συμπονετικά:
– Κύριε Γιώργο, τι έχετε;
– Τι να σου λέω, τώρα φίλε μου, οικονομικά αδιέξοδα…
– Να σας πω, αν μπορώ να σας διευκολύνω, μέχρι και το μισθό μου ξέρετε, να σας δώσω…Ορίστε!
– Χμμμμ, λέει ο Γιώργος…Δεν ειν’ κακή ιδέα! Αυτή είναι η λύση. Το τραβάει ο οργανισμός τους!
Φωνάζει αμέσως το Θόδωρο να του δώσει οδηγίες:
«Μόλις τελειώσεις το σάντουιτς, μιλάς στο προσωπικό. Τους λες ότι έχουν παχύνει πολύ, ότι έχουν τσακίσει τα μπιφτέκια και τα γεμιστά Παπαδοπούλου από την καντίνα. Ότι θα αποκτήσουν χοληστερίνη και ότι τον παρασύρουν και τρώει κι αυτός πολύ. Μέχρι σκασμού…Τους θυμίζεις ότι ο έχων υπερμεγέθη μπάκα εργαζόμενος δε μπορεί να είναι παραγωγικός και πως όλα αυτά τα χρόνια μαζί τα τρώγαμε. Και τέλος τους σκας και το παραμύθι ότι μας βάζουν χέρι οι τράπεζες να νηστέψουμε και πως αυτό είναι η μεγαλύτερη ευτυχία γιατί έτσι θα βρούμε το δρόμο του θεού…» Έκαναν ότι μπορούσαν η κυρία Όλγα και ο κύριος Γιάννης από το τμήμα δημοσίων σχέσεων και ο σκοπός εξετελέσθη.
Τώρα λοιπόν, καταλήξαμε να έχουμε μια επιχείρηση περισσότερο δανεισμένη, το ίδιο φορτωμένη με κηφήνες, εξίσου γεμάτη με τρωκτικά στις προμήθειες, με υποθηκευμένη περιουσία και με εξαθλιωμένους εργαζόμενους. Κάναμε ομοιοπαθητική. Αντιμετωπίσαμε το πρόβλημα του υπερδανεισμού με νέο – μεγαλύτερο – δανεισμό. Χωρίς να κάνουμε τίποτα για να λύσουμε τα προβλήματα που οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση. Στρίψαμε την τελευταία στιγμή πριν πέσουμε στο γκρεμό, αλλά τώρα οδεύουμε με μεγαλύτερη ταχύτητα κατευθείαν στον επόμενο και μεγαλύτερο! Δεν πατήσαμε το φρένο, ούτε καν κατεβάσαμε ταχύτητα…

Μνημόνιο τελικά ή μη μνημόνιο;
Το δίλημμα “Μνημόνιο ή μη μνημόνιο” είναι παραμύθια για κομματικές συνάξεις και για τηλεοπτικά παράθυρα στα δελτία “ενημέρωσης” των 8. Το πραγματικό δίλημμα είναι “σωστό ή λάθος μνημόνιο”. Όλοι γνωρίζουμε ότι χωρίς νέα αρχή δεν υπάρχει καμιά ελπίδα. Όμως τι ελπίδα υπάρχει όταν το κράτος παραμένει αχανές, όταν δεν έχει αγγιχθεί κανείς για σκανδαλώδεις προμήθειες του δημοσίου, όταν δεν υπάρχει ίχνος υπόνοιας ανάπτυξης και όταν το αίσθημα του άδικου κυριαρχεί; Όταν δεν έχει αποδοθεί καμία ευθύνη; Όταν μας απασχολεί το έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ και ενδιαφερόμαστε μόνο για τη μείωσή του αδιαφορώντας για το ίδιο το ΑΕΠ;
Η απάντηση λοιπόν είναι ναι, έστω και απελπιστικά αργά, στο σωστό, στο δίκαιο, στο αυτονόητο. Ναι δηλαδή στο αδιανόητο για την κακόμοιρη Ελλαδίτσα μας…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *