Η διαφθορά στην Ελλάδα είναι διαχρονικό σύμπτωμα όλων των εποχών

FtS110

Βίκτωρ Σαμπώ

Τι θα αισθανόσουν νεοέλληνα, διαβάζοντας τα ιστορικά κείμενα, και μάθαινες, ότι: Ο Περικλής, κατηγορήθηκε για σπατάλη χρημάτων. Όταν έφτιασε τα υπέροχα και ανεπανάληπτα αυτά μνημεία, που σήμερα τα θαυμάζει όλος ο κόσμος στην, τότε, Αθήνα;
Τι θα αισθανόσουν νεοέλληνα, διαβάζοντας τα ιστορικά κείμενα, και μάθαινες, ότι: Ο μεγάλος γλύπτης της αρχαιότητας Φειδίας, πήγε φυλακή, για μια παρατυπία που είχε κάμει στο χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς Αθηνάς;

[Φειδίας]

Τι θα αισθανόσουν νεοέλληνα, διαβάζοντας τα ιστορικά κείμενα, και μάθαινες, ότι: Ο Θεμιστοκλής κατηγορήθηκε για κατάχρηση χρημάτων;
Τι θα αισθανόσουν νεοέλληνα, διαβάζοντας τα ιστορικά κείμενα, και μάθαινες, ότι:
ο Αριστοτέλης καυτηρίαζε τον πλουτισμό κάποιων εφοριακών τη στιγμή που η άμεση φορολογία θεωρούνταν προσβλητική για τους Αθηναίους.
Τι θα αισθανόσουν νεοέλληνα, διαβάζοντας τα ιστορικά κείμενα, και μάθαινες, ότι: Ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες του Μεγάλου Αλεξάνδρου ήταν μεγάλος καταχραστής;
Αλλά και στο κραταιό άλλοτε Βυζάντιο: τους τελευταίους αιώνες, της μεγάλης κρίσης και της πτώσης, οι πλούσιοι γινόντουσαν πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι.
Όσο μαγευτική εικόνα κι αν μας αρέσει, να έχουμε, για τους «αρχαίους ημών προγόνους», η διαφθορά είναι σύμπτωμα όλων των εποχών. Που όμως υπάρχει μια βασική διαφορά τού τότε με το τώρα: «Τότε, οι θεσμοί και οι νόμοι αποθάρρυναν τέτοιου είδους φαινόμενα και όταν εμφανιζόντουσαν το πολιτειακό σύστημα τα εξόριζε κυριολεκτικά και συμβολικά».
Το, τότε, Αθηναϊκό πολίτευμα, που δεν ήταν «ελέω θεού» αλλά… «ελέω πολιτών», κίνησε όλους τους ελεγκτικούς μηχανισμούς της εποχής. και δεν δίστασε, να παραπέμψει, σε δίκη τον Περικλή, αφού τα έργα, που κατασκεύασε συνδέθηκαν ίσως με τη μεγαλύτερη κατάχρηση της εποχής. Η χρήση των χρημάτων του ταμείου της Αθηναϊκής Συμμαχίας, αλλά και οι υποψίες ότι ο Φειδίας νόθευσε το κράμα χρυσού του αγάλματος της Αθηνάς, αμαύρωσαν, τότε, το έργο.
Αν και ορίστηκε δικάσιμος, ο Περικλής δεν δικάστηκε. Και δεν δικάστηκε ποτέ, γιατί ξεκίνησε ο Πελοποννησιακός Πόλεμος. Ωστόσο, πριν αρχίσει η κατασκευή του ναού της Αθηνάς Νίκης, ελεγκτές, ορισμένοι από την πολιτεία, έκαναν φύλλο και φτερό την τεχνοοικονομική μελέτη του Καλλικράτη. Ο Φειδία, πέρασε από δίκη και σ’ αυτή απέδειξε την αθωότητά του και αθωώθηκε. Πήγε, όμως φυλακή! Κατηγορούμενος για αλαζονεία, επειδή είχε απαθανατίσει τον εαυτό του και τον Περικλή στην ασπίδα του αγάλματος της θεάς Αθηνάς, που είχε φιλοτεχνήσει.
Η πολύ γνωστή σε όλους μας, σήμερα, κονταρομαχία, μεταξύ των σημερινών πολιτικών που συνοψίζεται στο «ποιος έκλεψε τα περισσότερο από τον άλλον», έλαβε χώρα, στη δημοκρατική τότε Αθήνα, με πρωταγωνιστές τον δημοκρατικό Θεμιστοκλή και τον συντηρητικό Αριστείδη, τον επονομαζόμενο «δίκαιο».
Ο Θεμιστοκλής κατηγορήθηκε για κατάχρηση. Από τον Αριστείδη, που ήταν υπεύθυνος των δημοσίων εσόδων.
Ο Θεμιστοκλής, όμως, όχι μόνο κατάφερε να παύσει, τον Αριστείδη, από τα καθήκοντά του, αλλά τον κατηγόρησε, και, για ατασθαλίες. Ο Αριστείδης κατέφυγε στην Πολιτεία και αυτή τον δικαίωσε. Επανερχόμενος στη θέση του, απευθύνθηκε στα πλήθη, και τους είπε: «όταν εκτελούσα ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου, με αποδοκιμάζατε. Τώρα που έχω αφήσει τους κλέφτες να αλωνίζουν το δημόσιο χρήμα, σας φαίνομαι σπουδαίος».
Όμως, στη δεύτερη δεκαετία του 5ου αιώνα π. Χ., πριν ακόμα να γίνει χρυσός, δυο κόμματα ανταγωνίζονταν για την εξουσία στην εκκλησία του δήμου. Το δημοκρατικό με αρχηγό τον Θεμιστοκλή και το αριστοκρατικό με τον Αριστείδη. Οι καβγάδες τους θυμίζουν σύγχρονη ελληνική Βουλή σε συζήτηση σε επίπεδο αρχηγών πριν από την ημερήσια διάταξη. Κι όταν ο Θεμιστοκλής έλεγχε την εξουσία, το ρουσφέτι πήγαινε σύννεφο. Σε μια συνέλευση της εκκλησίας του δήμου, ο Αριστείδης τον κατηγόρησε ανοιχτά ότι χαρίζεται στους δικούς του. «Μα, αν δεν βολέψω τους φίλους μου τώρα που είμαι στα πράγματα, πότε θα τους βολέψω;», απάντησε αφοπλιστικά εκείνος.
Σε άλλη περίπτωση, ο Θεμιστοκλής εισηγήθηκε έναν νόμο. Ο Αριστείδης θύμωσε, επειδή δεν το είχε σκεφτεί εκείνος. Σηκώθηκε κι άρχισε να ρητορεύει εναντίον της εισήγησης του Θεμιστοκλή. Η εκκλησία πείστηκε και τον απέρριψε. Μετά τη συνεδρίαση, ο Αριστείδης είχε τύψεις. Το απόγευμα, τον άκουσαν να φωνάζει: «Αθηναίοι, ένας μόνον τρόπος υπάρχει να γλιτώσετε. Να πάρετε και τον Θεμιστοκλή κι εμένα και να μας φουντάρετε στη θάλασσα».
Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι εφηύραν το λάδωμα, εφηύραν τα κόμματα και το ρουσφέτι αλλά εφηύραν και την ειλικρίνεια.

•Το δωράκι του Δημοσθένη
Το 324 π. Χ., εξορίστηκε από την Αθήνα ο Δημοσθένης, με την κατηγορία ότι συνεργάστηκε με τον μεγαλύτερο καταχραστή της εποχής, τον Άρπαλο. Σ’ αυτόν, ο Μέγας Αλέξανδρος είχε εμπιστευθεί την ευθύνη των οικονομικών της στρατιάς και αργότερα το θησαυροφυλάκιο της Βαβυλώνας. Καθώς όμως ήταν άπληστος καταχραστής και φοβήθηκε την οργή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, δραπέτευσε στην Αθήνα.
Ο Άρπαλος με την προτροπή της Αθηναίας εταίρας του Γλυκέρας, με την οποία συζούσε δαπανηρά, προετοίμαζε την έξοδο της διαφυγής του και το καταφύγιο για τις δύσκολες μέρες, κάνοντας γενναίες δωρεές στο Δήμο της Αθήνας, ελπίζοντας ότι είχαν πιάσει τόπο οι γενναιοδωρίες του. Προσέλαβε τους καλύτερους ρήτορες για να στηρίξουν το αίτημά του, διότι στο μεταξύ ο Αντίπατρος και η Ολυμπιάδα ζήτησαν την έκδοσή του για όλα τα αδικήματα και πρωτίστως για το ποινικό αδίκημα της μνημειώδους κατάχρησης Δημοσίου Χρήματος. Οι Αθηναίοι ρήτορες θέλησαν να επωφεληθούν από τον πλούσιο φυγάδα και κινήθηκαν, ώστε να γίνει δεκτό το αίτημά του.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση ο Δημοσθένης πήρε θέση υπέρ του προφανούς συμφέροντος της πατρίδας του και πρότεινε την απέλασή του, διότι η Αθήνα δεν ήταν πια ασύδοτος ηγεμών της Ελλάδος, αλλά απλό και εξ ανάγκης μέλος του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων υποχρεωμένο να σέβεται τη νομιμότητα. Μετά την υποταγή της Αθήνας και την παγκόσμια επικράτηση του Αλεξάνδρου, ο Δημοσθένης είχε μείνει χωρίς μεγάλης εμβέλειας αντίπαλο, για να επιδεικνύει τη ρητορική του δεινότητα, και περιορίστηκε σε δευτερεύουσες πολιτικές υποθέσεις. Δυστυχώς όμως τον άνθρωπο πρώτα εγκαταλείπει η ψυχή και μετά ο χαρακτήρας. Έτσι, λίγες μέρες αργότερα, ενώ ο Άρπαλος επεδείκνυε στους κατάλληλους ανθρώπους τα κλοπιμαία, που είχε φέρει μαζί του για να τα ανταλλάξει με τις υπηρεσίες τους, ο Δημοσθένης άρχισε να ρωτάει δήθεν για το σκάλισμα μιας βαρβαρικής κύλικας. Ο Άρπαλος, προέτρεψε τον σεσημασμένο για τη φιλαργυρία του ρήτορα να την πάρει στα χέρια του, οπότε ο Δημοσθένης εντυπωσιάσθηκε από το βάρος του χρυσού σκεύους και ρώτησε πόσο κοστίζει. «Σ’ εσένα θα αποφέρει 20 τάλαντα» είπε ο Άρπαλος και το ίδιο βράδυ έστειλε την κύλικα και τα χρήματα στο σπίτι του λαμπρού Αθηναίου πολιτικού, που ξέχασε τα επιχειρήματά του ότι ο Άρπαλος έπρεπε να απελαθεί, για να μην εμπλακεί η Αθήνα σε αδικαιολόγητο πόλεμο. Έτσι, την επομένη μέρα κατά την προγραμματισμένη συζήτηση στην εκκλησία των Αθηναίων για το αίτημα του Άρπαλου, ο Δημοσθένης εμφανίσθηκε με το λαιμό του τυλιγμένο στα μάλλινα. Όταν ήλθε η ώρα να μιλήσει, οπότε έπρεπε να υποστηρίξει την πρόταση για απέλαση του Άρπαλου, έδειξε στους Αθηναίους τον φασκιωμένο λαιμό του και προφασίσθηκε ότι δεν μπορούσε να μιλήσει. Επειδή ο χαρακτήρας του ήταν γνωστός σε όλους, κανείς δεν πίστεψε ότι είχε κρυολογήσει, αντίθετα άρχισαν να τον χλευάζουν και να τον ειρωνεύονται ότι δεν είχε πάθει συνάγχη αλλά αργυράνχη. Τότε ο Δημοσθένης θίχτηκε και θέλησε να υπερασπιστεί την τιμή του, αλλά οι συμπολίτες του εξαγριωμένοι από την ανυπόφορη αθλιότητά του θορυβούσαν και δεν του επέτρεψαν να μιλήσει.
Τελικά οι Αθηναίοι αποφάσισαν την απέλαση του Άρπαλου και τη διεξαγωγή ενδελεχούς έρευνας, ακόμη και στα σπίτια των ρητόρων, που είχαν βάλει χέρι στα κλοπιμαία του βασιλικού καταχραστή. Είναι βέβαιο ότι ο Άρπαλος επέλεξε το Δημοσθένη λόγω της παλιάς του έχθρας με τον Αλέξανδρο. Επίσης μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι ο Δημοσθένης δεν τον ανέλαβε για να προστατέψει τον «κατατρεγμένο» Άρπαλο από τον «κακό» Αλέξανδρο, αλλά για να εισπράξει την ασφαλώς γενναία αμοιβή. Ο Δημοσθένης καταδικάστηκε από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε πρόστιμο 50 ταλάντων και φυλάκιση για αποδοχή προϊόντος εγκλήματος, αλλά δραπέτευσε. Ακόμη κι αν το Βασίλειο της Μακεδονίας δεν ήταν η κοσμοκράτειρα δύναμη, τα αδικήματα ήταν σοβαρότατα, αποκλειστικώς ποινικά και δεν υπήρχε περίπτωση να δοθεί άσυλο στον Άρπαλο, διότι η Αθηναϊκή Δημοκρατία ασφαλώς δεν θα ήθελε να αποκτήσει τη φήμη καταφυγίου εγκληματιών. Ο Άρπαλος πρόλαβε να επιστρέψει στο Ταίναρο, πήρε τους μισθοφόρους και απέπλευσε για την Κρήτη, όπου τον δολοφόνησε ένας φίλος του, ο Θίβρων.
Ο Δημοσθένης είχε φυλακιστεί και εξοριστεί δύο φορές για δωροδοκία.
Μια με την υπόθεση του Άρπαλου, και άλλη μια από τους Αμφίσσεις για να καλύψει τα σκάνδαλά τους στο Μαντείο των Δελφών. Έχει μείνει στην Ιστορία η φράση του Αριστοφάνη στο έργο «Οι Βάτραχοι». Αγανακτισμένος από τη γενική και συλλογική διαφθορά είπε: «Η πόλις ημών ανεμεστώθη δημοπιθήκων εξαπαντώντων τον Δήμον».
Και ενώ εμείς ετοιμαζόμαστε να πληρώσουμε τους σκληρότερους φόρους, οι πολίτες της αρχαίας Αθήνας όχι μόνο δεν τους είχαν σε καμία υπόληψη, αλλά στην κλασική Αθήνα η άμεση φορολογία θεωρούνταν προσβλητική και τυραννική. «Η οποιαδήποτε φορολογία εργασίας και περιουσίας λογιζόταν ως ασύμμετρη προς την ιδιότητα του ελεύθερου πολίτη»,. Επειδή, όμως, καμία κρατική μηχανή δεν μπορεί να λειτουργήσει διαφορετικά, εξαιρέθηκαν μεν οι πολίτες, αλλά τους φόρους τούς επωμίστηκαν οι μέτοικοι (οι ξένοι που διέμεναν στην Αθήνα).
Οι μόνοι πολίτες που πλήρωναν ήταν όσοι έκαναν ατιμωτικά επαγγέλματα, όπως οι «πορνοβοσκοί», ή τυχοδιωκτικά, όπως οι θαυματοποιοί, διότι τότε θεωρούνταν τυχοδιώκτες, ενώ από το χριστιανισμό και μετά είναι… σταρ. Και κυρίως πλήρωναν οι «έχοντες και κατέχοντες» πολίτες, με τη μορφή της «εισφοράς» για τις έκτακτες λειτουργίες της πόλης, όπως κάλυψη πολεμικών αναγκών, δραματικούς και μουσικούς αγώνες κ.ά. Και επειδή, όπως είναι φυσικό, στους έχοντες καθόλου δεν άρεσε να πληρώνουν, έρχονταν σε διενέξεις μεταξύ τους προκειμένου να αποφύγουν τις εισφορές. Και κάπως έτσι η Δημοκρατία μετέφερε την… κρίση στα πλούσια στρώματα της κοινωνίας και το έκανε τόσο επιτυχημένα ώστε, ένας ολιγαρχικός Αθηναίος του 5ου αι. έλεγε ότι «ο λαός απαιτεί να παίρνει χρήματα και να τραγουδά, να τρέχει, να χορεύει, να ταξιδεύει, να έχει ο ίδιος χρήμα και οι πλούσιοι να γίνουν φτωχότεροι».
Όσο για τους εφοριακούς, ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» του είναι πολύ σαφής: «Λανθασμένες είναι και οι ρυθμίσεις για τους εφόρους. Παρά το ότι είναι η σημαντικότερη εξουσία, ωστόσο προέρχονται από όλο το λαό και πολλές φορές συμβαίνει να παίρνουν το αξίωμα πολύ φτωχοί άνθρωποι, που χρηματίζονται εξαιτίας της φτώχειας τους». Και συμπληρώνει: «Ο τρόπος απονομής του αξιώματος είναι παιδαριώδης. Έπρεπε να εκλέγονται από όλο το λαό και όχι όπως γίνεται τώρα.
Άλλωστε, δεν είναι διακεκριμένοι πολίτες και, επειδή παίρνουν σοβαρές αποφάσεις, θα ήταν καλύτερα να κρίνουν με βάση γραπτή νομοθεσία και όχι αυθαίρετα. Ούτε όμως η ζωή τους συμβαδίζει με τους νόμους. Οι έφοροι ζουν με άνεση, ενώ οι άλλοι με σκληρούς περιορισμούς, με αποτέλεσμα να μην αντέχουν τη ζωή τους και να καταπατούν τους νόμους, για να απολαύσουν κρυφά τις σωματικές ηδονές…».
Φαίνεται πως το αρχαιότερο επάγγελμα, εκτός από αυτό που όλοι ξέρουμε, είναι και του τραπεζίτη, που δεν έχαιρε καμίας εκτίμησης από τους πολίτες της Αρχαίας Αθήνας. Και μπορείτε να υποψιαστείτε το γιατί: Οι τράπεζες και τότε σχετίζονταν με δάνεια και γι’ αυτό ο Πλάτων στους «Νόμους» ζητά να απαγορευτούν τα έντοκα δάνεια. Εδώ, όμως, έρχεται το πολίτευμα το οποίο με τους νόμους θέτει εμπόδια σε κάθε σκοτεινό ανθρώπινο ένστικτο, που επιζητά τον ληστρικό πλουτισμό. Οι τραπεζίτες, λοιπόν, ήταν έντιμοι και ήταν επειδή δεν είχαν άλλη επιλογή, αφού τραπεζίτες επιτρεπόταν να γίνουν μόνο οι μέτοικοι, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα στην κατοχή ακίνητης περιουσίας. Έτσι, όταν δάνειζαν, δεν μπορούσαν να υποθηκεύσουν περιουσίες των πολιτών.

•Ιερά με τόκο!

Όλα τα παραπάνω, όμως, αφορούν τις ιδιωτικές τράπεζες. Διότι υπήρχαν και κρατικές και ήταν τα μεγάλα Ιερά (π.χ. Δήλος, Δελφοί) στα οποία οι ιδιώτες κατέθεταν τα λεφτά τους χωρίς τόκο. Όταν εμφανίστηκαν οι ιδιώτες, τα Ιερά άρχισαν και εκείνα να βάζουν τόκους, αλλά κατόπιν κρατικής έγκρισης.
Πολλούς αιώνες αργότερα, οι ευκατάστατοι έγιναν απρόθυμοι στις εισφορές. «Οι έχοντες να ανοίξουν τα βαλάντια και τα κιβώτιά τους» γράφει ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Συμεών στον τελευταίο βυζαντινό αυτοκράτορα, Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, καταγγέλλοντας ότι οι πλούσιοι «θησαυρίζουσι» και διαπράττουν κάθε λογής αδικίες εις βάρος των φτωχών. Η αλαζονεία, δε, ήταν τόσο απροκάλυπτη, ώστε, όπως σημειώνει η καθηγήτρια Βυζαντινής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης, Τόνια Κιουσοπούλου, «αυτόπτες μάρτυρες της Άλωσης λένε ότι ακόμα και οι τούρκοι στρατιώτες εντυπωσιάστηκαν από τους θησαυρούς που βρήκαν στα σπίτια των πλουσίων, οι οποίοι κατηγορήθηκαν ότι δεν συνεισέφεραν καθόλου στις αμυντικές δαπάνες της πόλης». Πριν από την Άλωση, η ανερχόμενη τάξη των εμπόρων, που αντικατέστησε την παλιά αριστοκρατία, είχε τον έλεγχο της πόλης και εμπλεκόταν στα δημόσια έργα, όχι όπως άλλοτε, μόνο για λόγους κύρους και υστεροφημίας, αλλά και με άλλα κίνητρα… Ο Μανουήλ Παλαιολόγος Ιάγαρις, λίγα χρόνια πριν από την Άλωση, ανέλαβε την επισκευή των τειχών και κατηγορήθηκε ότι καταχράστηκε δημόσιο χρήμα.

•Αθήνα… όπως Ε.Ε. και ΔΝΤ;

Μπορεί οικονομικές και πολιτικές αντιστοιχίες να μην υπάρχουν, αλλά η Ε.Ε. δεν είναι ο πρώτος οικονομικός συνασπισμός στην ιστορία της Ευρώπης και το ΔΝΤ δεν είναι ο πρώτος οργανισμός που παρεμβαίνει με το πρόσχημα της βοήθειας.
Η Αχαϊκή Συμπολιτεία διήρκεσε 130 χρόνια, σε αυτήν συνασπίστηκαν 44 κράτη, τα οποία θεσμοθέτησαν και νομισματική ένωση με κοινό νόμισμα. Όμως στη Δηλιακή Συμμαχία, που εξελίχθηκε σε Αθηναϊκή Ηγεμονία, προσχώρησαν 400 μέλη κάτω από μία κοινή πολιτική και κοινό νόμισμα. Ο Θουκυδίδης είχε από την αρχή αμφισβητήσει τους σκοπούς της συμμαχίας και έλεγε ότι η περσική απειλή είναι το πρόσχημα, ο πλούτος είναι η αιτία. Και έτσι έγινε… Η Αθήνα πλούτιζε από τις εισφορές και εισέβαλε βίαια σε όσους είτε αρνούνταν να συμμαχήσουν (π.χ. Κάρυστος) είτε επιθυμούσαν να φύγουν, όπως η Νάξος, η Θάσος, η Μήλος.
Και βέβαια ως πόλη-ηγεμόνας δεν έχανε την ευκαιρία να επεμβαίνει όπου της ζητούσαν βοήθεια… Όταν, η Εγέστα, πόλη της ΒΔ Σικελίας, ζήτησε από την Αθήνα να επέμβει για να λυθεί η διένεξη που είχε με τον Σελινούντα εξαιτίας μιας αμφισβητούμενης μεταξύ τους περιοχής, οι Αθηναίοι δέχτηκαν αμέσως, σκεπτόμενοι ότι είναι μια πολύ καλή ευκαιρία να επέμβουν και στα πράγματα της Σικελίας. Όμως εδώ η Αθήνα έπεσε στην παγίδα που έστησε, διότι οι Εγεσταίοι παραπλάνησαν ότι έχουν χρήματα και οι Αθηναίοι επεχείρησαν την ολέθρια τελικά σικελική εκστρατεία το 415 π. Χ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
* Μιχάλης Τιβέριος, «Όψεις του Αρχαίου Ελληνικού Κόσμου, (αν)επίκαιρες αρχαιογνωστικές συμβολές», 2007, εκδ. Πατάκη.
* Τόνια Κιουσοπούλου, «Βασιλεύς ή Οικονόμος, πολιτική εξουσία και ιδεολογία πριν την Άλωση», 2007, εκδ. Πόλις.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *