Η ορκωμοσία των Καραλιβαναίων στην Κουκουβίστα

FtS94

15.08.1942

Φίλιππα Τριανταφύλλου

Μνήμες αλησμόνητες και βιώματα μιας γενιάς που ίσως και να μην καταγραφούν πότε από κανέναν ιστορικό. Αυτός είναι και ο λόγος που επιβάλει σε όλους εμάς που ζήσαμε και βιώσαμε τα γεγονότα της περιόδου 1941-1944 πριν φύγουμε από τη ζωή να τα καταγράψουμε για να μείνουν κληρονομιά στις γενιές που θα έλθουν, γιατί είναι γεγονότα που μαρτυρούν όχι μόνο ανθρωπιά, ηρωισμό και ψυχική δύναμη, αλλά ακτινοβολούν και το μεγαλείο του λαού μας που δεν συμβιβάζεται και δεν διαπραγματεύεται την ελευθερία του όσο ισχυρός κι αν είναι ο δυνάστης του. Με την κατάρρευση του μετώπου της Αλβανίας τον Απρίλη του 1941, μετά την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στη χώρα μας, οι πρώτοι καλοκαιρινοί μήνες κυλούσαν για το λαό μας σε μεγάλη αβεβαιότητα για το ποια θα είναι η μοίρα πλέον του έθνους και ποια η βούληση και συμπεριφορά των κατοχικών στρατευμάτων στο μέλλον.

Το εθνικό μας νόμισμα, η δραχμή, είχε την συναλλαγματική της αξία και κανείς δεν υποψιαζότανε ποιες θα ήταν οι πληθωριστικές τάσεις τους επόμενους μήνες. Όπως επίσης κανείς δεν είχε προβλέψει τη μεγάλη έλλειψη τροφίμων και την πείνα που θα ακολουθούσε το χειμώνα 41-42 με τα γνωστά για τους αστικούς πληθυσμούς αποτελέσματα.

Το μήνα Μάιο –πρώτο κατοχικό μήνα, οι χωροφύλακες που φρουρούσαν τις φυλακές, άφησαν ελεύθερους όλους τους ποινικούς κρατούμενους με εξαίρεση τους πολιτικούς κρατούμενους που δεν ήταν άλλοι από τους κομμουνιστές, οι οποίοι δεν είχαν προσκυνήσει, παρά τα απάνθρωπα βασανιστήρια, τη μεταξική δικτατορία. Οι Γερμανοϊταλοί κατακτητές δέχθηκαν χωρίς καμία αντίρρηση αυτή την απόφαση λόγω και της ιδεολογικής συγγένειας με τη χωροφυλακή, ανέλαβαν αυτοί τη διοίκηση των φυλακών. Τη δε φρούρηση την άφησαν στους χωροφύλακες. Συνεργασία κατακτητών και ντόπιων προδοτών από τον πρώτο μήνα, χωρίς κανένα δισταγμό. Μάλιστα οι χωροφύλακες έδειχναν και υπέρμετρο ζήλο στα καθήκοντά τους για να φανούν αρεστοί στα νέα τους αφεντικά, τους Γερμανοϊταλούς.

katalivanaioi

Πολύ γρήγορα οι κατοχικές αρχές άλλαξαν γνώμη. Βρήκαν παράνομη την απελευθέρωση των ποινικών κρατουμένων και έκαναν κάποια προσπάθεια να τους ξανασυλλάβουν. Ήταν, όμως, πολύ αργά. Οι βαρυποινίτες είχαν πάρει τα βουνά και οπλισμένοι σαν αστακοί, επανέφεραν στις ορεινές περιοχές την εποχή των Νταβέληδων και των Αρβανιτάκηδων. Οι παράνομοι και με βεβαρημένο ποινικό μητρώο κατάδικοι πήραν στα χέρια τους, στις περιοχές που δρούσαν, όλες τις εξουσίες: Του εισαγγελέα, του δικαστή, του αστυνόμου, του αγροφύλακα, ακόμη και του προστάτη των απόρων κορασίδων και με την απειλή του βούρδουλα και τη φοβέρα της κουμπούρας έλυναν κάθε διαφορά που αφορούσε όχι μόνο τους ίδιους, αλλά και τα άτομα του συγγενικού και φιλικού τους περιβάλλοντος. Είχαν γίνει ο φόβος και ο τρόμος των ορεινών πληθυσμών. Η εμφάνισή τους και μόνον προκαλούσε τον τρόμο με την αγριωπή όψη, τα μακριά γένια και μαλλιά ως την πλάτη, ντύσιμο κλέφτη, ή αρματολού του 1821, με πουκαμίσα, κάλτσες, σελάχι και χάλκινα τσαπράζια με βαριές αλυσίδες κρεμασμένες στο στήθος, που σε κάθε κίνησή τους κουδούνιζαν. Στα πόδια τους φορούσαν τσαρούχια κεντητά με μεγάλες μαύρες φούντες. Ακόμη και το περίφημο γιαταγάνι δεν έλειπε από την εξάρτησή τους. Μόνο ο οπλισμός ήταν σύγχρονος, αραβίδες μάλινχερ και σφαίρες στις φυσιγκιοθήκες περασμένες χιαστί και στη μέση.

Άνθρωποι κλαρίτες, χωρίς καμία ιδεολογική και πολιτική γνώση και τοποθέτηση, ήθελαν να προβληθούν και να επιβληθούν με το άγριο παρουσιαστικό τους αντιγράφοντας τους καπετάνιους του ’21, αγνοώντας παντελώς τα κίνητρα και τον αγώνα εκείνων που αντέγραψαν. Το βουνό της Γκιόνας με τις απάτητες κορυφές της έγινε το καταφύγιο σε πολλούς καταζητούμενους από τη χωροφυλακή, πρώην ποινικούς, που είχαν φύγει από τις φυλακές. Σε μικρές ομάδες 3-4 ανδρών η κάθε μια, δρούσαν ανεξάρτητες, χωρίς καμία ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους. Σιωπηρά η κάθε ομάδα εξουσίαζε και μία ορισμένη περιοχή με τα χωριά της και τους κατοίκους της. Κάτι ίδιο περίπου κάνουν και οι λύκοι οριοθετώντας την περιοχή τους για να τη λυμαίνονται αυτοί και μόνο. Μεταξύ των μικρών αυτών ομάδων συγκρούσεις δεν αναφέρθηκαν, ίσως η γρήγορη παρουσία του Άρη δεν άφησε χρόνο για διενέξεις μεταξύ τους.

Στην περιοχή της Γκιόνας υπήρχαν τρεις δυναμικές ομάδες, των Καραλιβαναίων, του Μπάφα και του Πλιατσικολούκα. Υπήρχαν, όμως, και πολλές άλλες με μικρότερη φήμη και δύναμη, αλλά πολύ πιο επικίνδυνες για τους κατοίκους, όχι μόνο των ορεινών, αλλά και των πεδινών περιοχών. Μερικές από αυτές τις ομάδες ήταν των Αγουριδαίων, του Βλαχούτσικου, του Λενή, του Τζιαβάρα και πολλές άλλες που μου διαφεύγουν. Οι ομάδες αυτές είχαν μοναδικό στόχο το πλιάτσικο, τις ληστείες, τους φόνους και το ξεκαθάρισμα παλαιών λογαριασμών. Φαινόμενο για το ποιο δεν πρέπει να κατηγορηθούν οι τρεις προηγούμενες ομάδες. Το δυστύχημα είναι ότι ορισμένοι από τις συμμορίες των μικρών αυτών ομάδων, αργότερα, δεν θέλησαν να συμμορφωθούν στον όρκο που έδωσαν να είναι σύμφωνοι με τις αρχές και τις διακηρύξεις του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ και συνέχισαν τη ληστρική τους συμπεριφορά, πράγμα που ανάγκασε τον Άρη να τους συλλάβει στο Μαυρολιθάρι και να τους εκτελέσει, προς γνώση και συμμόρφωση των υπολοίπων. Αυτή είναι μία άλλη ιστορία που πρέπει κάποια στιγμή να καταγραφεί για να φανεί το μεγαλείο του αρχηγού Άρη και οι πραγματικοί σκοποί του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ.

Αυτή ήταν περιγραφικά η κατάσταση στην ορεινή Φωκίδα μέχρι το Φλεβάρη του 1942. Τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής ελλείψει αυτοκινητόδρομου, δεν είχαν κάνει ακόμη την εμφάνισή τους και οι ορεινοί πληθυσμοί, είχαν την ψευδαίσθηση, ότι η κατοχή δεν τους είχε αγγίξει ακόμη. Το μόνο πράγμα που τους απασχολούσε ήταν η ανασφάλεια και η δράση των ληστοσυμμοριών, καθότι η απουσία κάθε κρατικής εξουσίας, είχε προ πολλού εξαφανισθεί. Ο χειμώνας 41-42 ήταν από τους χειρότερους που γνώρισε η χώρα μας. Πείνα και βαρυχειμωνιά συνέβαλαν στο να χαθούν τόσοι πολλοί συνάνθρωποί μας. Τα ορεινά χωριά υπέφεραν λιγότερο από την έλλειψη τροφίμων, η ανασφάλεια όμως και η αβεβαιότητα είχε φέρει τους κατοίκους σε απόγνωση και αδιέξοδο. Από το φθινόπωρο του ’41 μία νέα έξαρση εμφανίσθηκε να απειλεί τους κατοίκους, όχι μόνον των ορεινών χωριών, αλλά και των πεδινών. Προσωπικές διαφορές και μίση, λόγω αντεκδίκησης κατέληγαν σε ψεύτικες προδοσίες στα στρατεύματα κατοχής για δήθεν απόκρυψη όπλων και πυρομαχικών. Αυτή και μόνον η μαρτυρία ήταν αρκετή να συλλαμβάνονται αθώοι άνθρωποι από τους Ιταλούς, να βασανίζονται απάνθρωπα ή να στέλνονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Από τα μέσα του Μάρτη του ’42 άρχισαν στην αρχή ψιθυριστά και σιγά – σιγά πιο θαρραλέα να μιλούν για εμφάνιση κάποιων ενόπλων ανταρτών στα βουνά της Γκιόνας. Άλλοι το πίστευαν και άλλοι το αμφισβητούσαν, όλοι όμως κάτι πρόσμεναν, το έθνος έπρεπε να σωθεί. Πίστευαν πως κάποιοι θα έπαιρναν την πρωτοβουλία και θα έβαζαν φρένο στη κατηφόρα που είχαν πάρει τα πράγματα για να σταματήσει το πλιάτσικο και η προδοσία. Κάπου – κάπου έκαναν την εμφάνισή τους αποσπάσματα χωροφυλακής με μοναδικό σκοπό να συλλάβουν τους καταζητούμενους ληστοφυγόδικους. Ήταν μία μάταια προσπάθεια, ένας άσκοπος κόπος. Η άνοιξη του ’42 βρήκε τους ορεινούς πληθυσμούς σε πλήρη αμηχανία βλέποντας να κατακλύζονται τα χωριά τους από εκατοντάδες πεινασμένους για να ζήσουν πουλώντας παντός είδους αγαθά για λίγες πατάτες ή φασόλια. Με το φόβο μήπως η έλλειψη τροφίμων συνεχιστεί και η πείνα μεγαλώσει, οι κάτοικοι ρίχτηκαν στο ξεχέρσωμα και την καλλιέργεια και των πιο απομακρυσμένων και άγονων χωραφιών. Πανικός και αβεβαιότητα, δύο φαινόμενα που μειώνουν στο ελάχιστο το ηθικό και την αντίσταση ενός λαού για να επιβιώσει. Έτσι μη ελπίζοντας πλέον οι άνθρωποι σε καμιά βοήθεια από κρατική υπηρεσία, έμειναν στο έλεος του Θεού και των ληστοσυμμοριών.

15 Αυγούστου 1942, το μικρό εκκλησάκι της Παναγίας του χωριού Κουκουβίστα (Καλοσκοπή) που βρίσκεται στα ριζά της ελατόφυτης Γκιόνας. γεμάτο ασφυκτικά από πιστούς. Τίποτε δεν προμήνυε για τα γεγονότα που θα συνέβαιναν εντός ολίγου. Η μέρα ζεστή, αυγουστιάτικη, η ώρα 10 και η λειτουργία πλησίαζε στο τέλος της, όταν μία αναταραχή σημειώθηκε στο προαύλιο του ναού από τους πιστούς που ήταν εκεί και παρακολουθούσαν τη λειτουργία. Προτού καταλάβουν οι εντός του ναού, τι ακριβώς συμβαίνει, από την κύρια είσοδο, εισέβαλαν μέσα στο ναό γύρω στα 15 άτομα οπλισμένα μέχρι τα δόντια με αγριωπή όψη, με μακριά μαλλιά και γένια, και με τα φλουριά και τις αλυσίδες να κροταλίζουν από τις πουκαμίσες τους. Έμοιαζαν σαν εξωγήινοι. Οι εκκλησιαζόμενοι στη θέα αυτών των απρόσκλητων εισβολέων στο ναό για μια στιγμή πάγωσαν. Ο παπάς και οι ψαλτάδες διέκοψαν τη λειτουργία και κοίταζαν αποσβολωμένοι τους ένοπλους «εισβολείς». Μέσα σε απόλυτη σιγή όλοι περίμεναν να δουν τι θα ακολουθήσει. Η ομάδα των ενόπλων πήγε μπροστά από την ωραία πύλη και στάθηκε σε στάση προσοχής. Ο αρχηγός που φορούσε δερμάτινο γιλέκο με χαμηλή φωνή είπε στον ιερέα, πάτερ συνεχίστε, θα εκκλησιαστούμε κι εμείς μαζί σας. Όταν τελείωσε η λειτουργία το λόγο πήρε ο αρχηγός της ομάδας. Με μεταλλική φωνή είπε περίπου αυτά τα λόγια:

-«Συμπατριώτες και συμπατριώτισσες,

μη σας φοβίζει η εδώ παρουσία μας. Η πατρίδα μας βρίσκεται υπό κατοχή και ο λαός μας κινδυνεύει, το κράτος έπαψε να υπάρχει προ πολλού και η δικαιοσύνη πέρασε στα χέρια των πλιατσικολόγων, των μαυραγοριτών και των προδοτών. Εμείς αποφασίσαμε να πάρουμε στα χέρια μας και με τη δικιά σας βοήθεια όλες τις εξουσίες που θα εγγυώνται την ομαλότητα και την ακεραιότητα του λαού μας. Οι άνδρες που βλέπετε σήμερα μπροστά σας είναι εκείνοι που μέχρι χθες τρομοκρατούσαν την περιοχή σας. Σήμερα, ημέρα της γιορτής της Παναγίας ήρθαν εδώ στην εκκλησία του χωριού σας να δώσουν μπροστά σας όρκο πίστεως, πως από δω και στο εξής, θα δώσουν ακόμη και τη ζωή τους για να περιφρουρήσουν τη ζωή και την περιουσία του λαού μας, από κάθε επιβολέα»

και απευθυνόμενος προς τον ιερέα του είπε:

-«Πάτερ, όρκισέ μας!»

Ακολούθησε μικρή λειτουργική τελετή και στη συνέχεια ο Άρης έδωσε μια κόλλα χαρτί στον παπά, όπου ήταν γραμμένος ο όρκος, να τον υπαγορεύσει. Οι άνδρες με μια φωνή, επαναλάμβαναν τα λόγια του όρκου από τον ιερέα:

«Εγώ, παιδί του ελληνικού λαού, ορκίζομαι ν’ αγωνιστώ πιστά από τις τάξεις του ΕΛΑΣ, χύνοντας και την τελευταία ρανίδα του αίματός μου, σαν γνήσιος πατριώτης για ο διώξιμο του εχθρού από τον τόπο μας, για τις ελευθερίες του λαού μας, κι ακόμα, να είμαι πιστός και άγρυπνος φρουρός προστασίας στην περιουσία και το βιος του αγρότη.

Δέχομαι προκαταβολικά την ποινή του θανάτου, αν ατιμάσω την ιδιότητά μου, ως πολεμιστή του Έθνους και του Λαού και υπόσχομαι να δοξάσω και να τιμήσω το όπλο που κρατώ και να μην το παραδώσω αν δεν ξεσκλαβωθεί η πατρίδα μου και δε γίνει ο λαός νοικοκύρης στον τόπο του …»

‘Ήταν ο πρώτος όρκος του ΕΛΑΣ που είχε γράψει ο Άρης Βελουχιώτης και τον οποίο έδιναν όσοι κατατάσσονταν στον ΕΛΑΣ. Αργότερα η ΠΕΕΑ έκανε έναν καινούργιο όρκο που ίσχυσε ως το τέλος του αγώνα.

Στη συνέχεια ο Καραλίβανος είπε δυο λόγια που ενθάρρυναν και συγκίνησαν το εκκλησίασμα.

-«Για τη μέχρι σήμερα συμπεριφορά μερικών από εμάς ζητάμε από όλους σας να μας συγχωρήσετε και να πιστέψετε στον όρκο που δίνουμε σήμερα».

Την άκρα σιγή και παγωνιά από τα γενόμενα μέσα στο ναό, ανατάραξαν μονομιάς οι ζητωκραυγές και τα χειροκροτήματα των εκκλησιαζομένων. Στη συνέχεια, ένοπλοι και εκκλησιαζόμενοι, έψαλαν μαζί τον Εθνικό Ύμνο.

-«Βγείτε έξω στο προαύλιο, φώναξε ο Άρης, να σας πω δυο λόγια»

Από τη μία στιγμή στην άλλη, μετά την ορκωμοσία, όλα είχαν αλλάξει. Η φοβία του κόσμου για τους ληστοφυγόδικους ξεπεράστηκε, οι άνθρωποι ξεθάρρεψαν και η συμπεριφορά τους ήταν έκδηλη στα γελαστά τους πρόσωπα. Πίστεψαν πως κάτι θα αλλάξει στη ζωή τους, και πως οι άνθρωποι αυτοί που και μόνο η αναφορά του ονόματός τους σκορπούσε το φόβο και τον τρόμο, στο εξής θα γίνονταν προστάτες τους. Δεν μπορούσαν ακόμη να το πιστέψουν. Ανάμικτοι ένοπλοι και εκκλησιαζόμενοι συγκεντρώθηκαν στο προαύλιο του ναού να ακούσουν τον αρχηγό. Ο μέχρι στιγμής άγνωστος αρχηγός ανέβηκε στο σκαλοπάτι της εισόδου του ναού για να μιλήσει στους συγκεντρωμένους που ξεπερνούσαν τα 400 άτομα. Άντρας σαραντάρης, μέσου αναστήματος, γεροδεμένος, με πέτσινο γιλέκο στην πλάτη. με αρματωσιά μόνο το πιστόλι του, χωρίς καδένες και φλουριά στο στήθος, με μαύρο σκούφο στο κεφάλι και γενειάδα πυκνή κατάμαυρη, με δυο μάτια που πέταγαν φωτιές και σε καθήλωναν, όταν σε κοιτούσαν, χωρίς κανένα χαμόγελο να σκάει στα χείλη του, με μια γρήγορη ματιά στον περίγυρο, επέβαλε απόλυτη ησυχία.

Άρχισε την ομιλία του με την προσφώνηση «συναγωνιστές και συναγωνίστριες». Για πρώτη φορά αυτές οι λέξεις ακούγονταν και πολλοί δεν γνώριζαν ακόμη και την έννοιά τους. Με λόγια ξάστερα και κατανοητά ανέλυσε όλη την επικρατούσα κατάσταση της χώρας μας μετά την εισβολή των κατακτητών, την απουσία πλέον του κράτους, την εγκληματικότητα και την ανασφάλεια που υπάρχει σε όλη την ελληνική επικράτεια, και τη μεγάλη πατριωτική απόφαση που πήραν εμπρός σε αυτό το χάος που υπάρχει, μερικοί τίμιοι πατριώτες να ιδρύσουν το ΕΑΜ και τον ένοπλο στρατό του, τον ΕΛΑΣ. Στη συνέχεια ανέλυσε τους σκοπούς και τις επιδιώξεις ου ΕΑΜ και ζήτησε τη συμπαράσταση όλου του λαού για να επιβιώσουμε σαν έθνος και να εκδιώξουμε τους κατακτητές της πατρίδας μας.

Επεσήμανε ένα βασικό σημείο που χειροκροτήθηκε με ανακούφιση απ’ όλους. Είπε:

-«Από σήμερα και στο εξής σταματάει οριστικά το πλιάτσικο και η προδοσία στα στρατεύματα κατοχής. Ας προσέξουν καλά όσοι θα θελήσουν να παραβούν τη συμβουλή μας»

Δυστυχώς μερικοί ακόμη και από τους ένοπλους ληστοφυγάδες δεν τα έλαβαν στα σοβαρά τα λόγια του Άρη και λίγο αργότερα το πλήρωσαν με την ίδια τους τη ζωή. Χωρίς χρονοτριβή ο Άρης όρισε τριμελή επιτροπή του ΕΑΜ από τους Παν. Ζούγρο, Ηλία Δανιήλ και Δημ. Κόλλια. Και οι τρεις ήταν νέοι, σοβαροί και χαίρανε εκτίμησης από τους συγχωριανούς τους. Η τριμελής αυτή επιτροπή θα ήταν πλέον η εξουσία του χωριού. Θα έλυναν όλες τις διαφορές που θα προέκυπταν μεταξύ των κατοίκων και θα είχαν τη σύνδεση με τα τμήματα του ΕΛΑΣ της περιοχής.

Η εμφάνιση ένοπλης ομάδας ανταρτών και η ορκωμοσία τους στην Κουκουβίστα έγινε πολύ γρήγορα γνωστή στα ιταλικά στρατεύματα κατοχής και άρχισαν να αντιδρούν με συλλήψεις, ξυλοδαρμούς και εκτελέσεις στους κατοίκους των γύρω χωριών. Δεν πέρασε ούτε ένας μήνας και στις 09.09.1942 οι Ιταλοί γνώρισαν την εκδίκηση της ομάδας που ορκίστηκε στις 15.08.1942 στην Κουκουβίστα η οποία μαζί με την ομάδα της Παρνασσίδας χτύπησαν τους Ιταλούς στην Ρικά της Γκιόνας και εξόντωσαν μια ολόκληρη διμοιρία τους.

Λίγα λόγια σαν επίλογος για τους ληστοφυγόδικους που όρκισε ο Άρης το 15Αύγουστο του 1942 στην Κουκουβίστα. Όλοι τους τήρησαν πιστά τον όρκο που έδωσαν μέσα στο εκκλησάκι της Παναγίας. Μέσα από τις γραμμές του ΕΛΑΣ σε ελάχιστο χρόνο άλλαξαν, έγιναν άλλοι άνθρωποι, αγαπητοί, υπεύθυνοι και ακέραιοι. Ανέλαβαν ηγετικές θέσεις ως καπεταναίοι σε τάγματα και συντάγματα του ΕΛΑΣ και έδειξαν σπάνιο ηρωισμό και αυτοθυσία. Έγιναν κήρυκες και παράδειγμα ηθικής και νομιμότητας. Ο ίδιος ο Καραλίβανος σαν καπετάνιος του Αρχηγείου Λοκρίδας του ΕΛΑΣ τραυματίστηκε βαριά σε επίθεση που έγινε σε γερμανικό πλοίο στα Καμένα Βούρλα και παρ’ ολίγο να χάσει την ίδια του τη ζωή. Χαρακτηριστικό της μεταστροφής των ανθρώπων αυτών της παρανομίας σε αγωνιστές με ιδεολογική και πολιτική τοποθέτηση και με την ενεργό συμμετοχή τους στον αγώνα της εθνικής μας αντίστασης 41-44 μέσα από τις γραμμές του ΕΛΑΣ, του ηρωισμού και της αυτοθυσίας που έδειξαν, είναι και το γεγονός ότι σχεδόν κανείς τους δεν επέζησε μέχρι τέλους. Άλλοι έπεσαν από εχθρικό βόλι και άλλοι από αδελφικό βόλι.

Οι τρεις μεγάλοι στην παρανομία και κατόπιν στον ΕΛΑΣ, ο Μπάφας και ο Πολύχρονος Θεοχάρης εφονεύθησαν στα Δεκεμβριανά το ’44, ο δε Καραλίβανος από χωροφύλακες πριν ακόμη ξεσπάσει ο εμφύλιος. Δυστυχώς αυτή ήταν η μοίρα εκείνων που αντέταξαν τα στήθη τους και αντιστάθηκαν στους εισβολείς της πατρίδας μας, που θέλησαν με τη βία να επιβάλλουν τη φασιστική τους κυριαρχία στο λαό μας. Εμείς έχουμε χρέος ιερό να τιμούμε με ευλάβεια και σεβασμό τη μνήμη τους. Ο λαός μας δεν θα ξεχάσει ποτέ την προσφορά τους προς την πατρίδα. Αιώνια η μνήμη τους.

ΥΓ Μια και καταγράφουμε ιστορία πρέπει να αναφέρω ότι ο πρώτος που μπήκε στο στόχαστρο των ιταλικών στρατευμάτων κατοχής για την ορκωμοσία της ομάδας των Καραλιβαναίων, ήταν ο ιερέας του χωριού Κουκουβίστας (Καλοσκοπής) Μιλτιάδης Κυριαζής (Παπαμίλτος) που τους όρκισε. Του κάψανε το καινούργιο φτιαγμένο σπίτι του (ήταν και το πρώτο κάψιμο σπιτιού στο Νομό Φωκίδας για αντίποινα από τα στρατεύματα κατοχής) και τον ίδιο τον επικήρυξαν, γεγονός που ανάγκασε τον νεαρό τότε Παπαμίλτο να ξυριστεί και να αποβάλει το ράσο για να μην είναι εύκολη η σύλληψή του και τρεις μήνες μετά το κάψιμο του σπιτιού του και για να γλιτώσει τη σύλληψη και ίσως και την εκτέλεση, εντάχθηκε στις πρώτες ομάδες του ΕΛΑΣ φορώντας το ιερατικό ράσο κατόπιν επιθυμίας του Άρη για καθαρά εθνικούς και πατριωτικούς λόγους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *