Εύθυμα και σοβαρά ΙΙ

FtS86

«..Της Κλανωμάρως τα καμώματα»

Στο Δίστομο, πριν γίνει ο περίφημος πόλεμος (της Αράχωβας), ήτανε με το σώμα του Καραϊσκάκη ένας στρατιώτης, που κανείς δεν ήξερε πούθε κρατούσε η σκούφια του. Κοντός, κουρελιάρης, με μακρυά και λερή φουστανέλα, που κατέβαινε πιο κάτου από τα γόνατά του, άσκημος, σπανός, ξερακιανός και πολύ φοβητσιάρης. Έκανε στο στρατόπεδο τις γυναικείες δουλείες. Έπλενε, ετοίμαζε τα σφαχτά κι έψηνε τα κοκορέτσια και τα σπληνάντερα. ΄Ήτανε, με άλλα λόγια, από κείνους που τους λέγανε στα στρατόπεδα «χατζαρούλες». Το στρατιώτη αυτόνε, για τους τρόπους του και για τις ταπεινές δουλειές που έκανε, τονέ λέγαν οι σύντροφοί του Κλανομάρω. Άμα ζύγωσε ο πόλεμος, η Κλανομάρω άφησε τα συνηθισμένα της και φόρεσε σελάχι και κρέμασε παλάσκες, κι έβαλε και μια μακρυά κουμπούρα, κι αφού ετοιμάστηκε για πόλεμο, παρουσιάζεται ανάμεσα στα παλικάρια, μέσ΄ στο φοβερό εκείνο στρατόπεδο. Δε λέγεται η βοή και τα γέλια και πειράγματα και τα χωρατά, όταν είδαν την Κλανομάρω τα παλικάρια. Χάλασε ο κόσμος γύρω της καθώς περνούσε καμαρώνοντας η Κλανομάρω, τριγυρισμένη από την πιο διαλεχτή συνοδειά, που θα τη ζήλευε κάθε στρατηγός, μ΄ άλλα λόγια, από τα καλύτερα παλικάρια του Καραϊσκάκη.

Την άλλη ημέρα, ημέρα του δοξασμένου εκείνου πολέμου, ενώ οι Αρβανίτες με τον Καριοφύλμπεη νικημένοι κυνηγιόνταν από τους ΄Ελληνες, ο Καραϊσκάκης, ακράτητος, φοβερός, τραντάζοντας με τις φωνές του τις ράχες γύρω, καθώς προχωρούσε με τ΄ άλογο, κάνει έτσι και βλέπει κρυμμένο άνθρωπο μέσα σε μια πατουλιά. Νόμισε πως ήταν Τούρκος και αμέσως τραβάει από τη σέλλα τη μια πιστόλα, έτοιμος να ρίξη. Άξαφνα όμως πηδάει έξω από την πατουλιά η Κλανομάρω και φωνάζει τρομαγμένη:
– Μη Καπετάνιε. Ειμ΄ εγώ, η Κλανομάρω. Μη για το Θεό.
Κράτησε ο Στρατηγός τ΄ άλογο και κάνοντας πώς παραξενεύτηκε και πώς δεν κατάλαβε τίποτε, λέει στην Κλανομάρω:
– Ορέ, εσύ εδώ μέσα, ορέ Μάρω;
– Τι να κάνω Καπετάνιε, βούλωσε το ντουφέκι μου και δεν μπόργα να πολεμήσω.
– Να, ορέ Μάρω, πάρε το δικό μου και σε θέλω να μου φέρεις Αρβανίτικα κεφάλια.
Κι΄ αμέσως δίνει στην Κλανομάρω τον κοντό του σισανέ, τον ασημόδετον και φλωροκαπνισμένο.
Τότε η Κλανομάρω, αφού έπιασε στα χέρια το φοβερό όπλο του Καραϊσκάκη, έγινε αλλοιώτικη. Χύθηκε απόκοντα στους Αρβανίτες και σε κάμποση ώρα γύρισε φέροντας θριαμβευτικά δυό ματωμένα, ολόζεστα Αρβανίτικα κεφάλια. Φαντάζεται κανένας τα ζήτω των παλικαριών για χάρη της Κλανομάρως».

(Γιάννη Βλαχογιάννη: Ανέκδοτα Στρατιωτικά, σελίς 28. Γεώργη Β. Λουκά – Φανοπούλου: Θήβα και Λειβαδιά, χωραΐται και χωρικοί στο 21, Αθήνα 1975, τόμος Α΄, σελίδες 267 – 268).

Δια την αντιγραφήν / Αθήναι, 16 Μαρτίου 2006 / Περικλής Αστρακάς

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *