Ο Β Παγκόσμιος πόλεμος στα χωριά μας ΙΙ

FtS83

Πάνου Φούντα

Ένα μυδράλιο, εκεί στην άκρη της πλατείας Ελευθερίας και δίπλα στη Μητρόπολη ακουμπισμένο σε ένα κυκλικό πέτρινο τραπέζι που μέχρι χθες και τις μέρες της ειρήνης οι μουσικοί της Λαμίας ακουμπούσανε τα όργανά τους απάνω και διασκεδάζανε τους Λαμιώτες, με τη μουσική τους.
Τώρα, σήμερα, Παρασκευή δύο η ώρα και 18 ο Απρίλης, συμμαχικό μυδράλιο σε στάση αντιαεροπορικής βολής να αμύνεται με θάρρος που έβγαινε από την αντρίκεια ψυχή του πολεμιστή Αυστραλού. Που μέχρι το τέλος της επιδρομής άντεξε!!!

Άλλα στούκας ξεκόβουν δυτικά, για τον σιδηροδρομικό σταθμό Λιανοκλαδίου. Κεντρικός τούτος ο σταθμός, εδώ δεν βομβαρδίζουν, μόνο πολυβολούν. Το τρένο το θέλουν για αύριο που όλα θα είναι δικά τους.

lamia-katochi2

Τούτα που γράφω είναι προσωπικά μου βιώματα. Είμαι εργάτης των Σ.Ε.Κ. και τις μέρες τούτες είμαι μέσα στα γεγονότα, έζησα όλες τις τρομάρες, απ’ την πένθιμη Παρασκευή μέχρι τη σταύρωση της άλλης Παρασκευής, της 25 του Απρίλη, που αντάμωσα τους κατακτητές, τραυματίες και υγιείς στο μέτωπο του Δυτικού Καλλιδρόμου-Μπράλου.

lamia-katochi3

Παρασκευή απόγευμα και ο αεροπορικός δράκοντας συνεχίζει με τα στούκας, αχαλίνωτα στούκας, ελεύθερα και χωρίς αντίσταση στούκας, πάντα στούκας ανενόχλητα στούκας, περνάνε ανάμεσα βουνού Οίτης και Καλλιδρόμου, φεύγουν λυσσασμένες σφήκες προς τη Βοιωτία και Δαδιού. Το ίδιο και απ’ την άλλη πλευρά του Καλλιδρόμου στη Λοκρίδα.
Και ενώ όλα τούτα συμβαίνουν τούτη τη μέρα, τη μέρα της Παρασκευής, το τραίνο έφτασε από Δομοκό, Λιανοκλάδι, Αθήνα τελικά… Σούρουπο και με την ταυτότητα των Σ.Ε.Κ. στο χέρι ανεβαίνω στη σκευοφόρο. Σε λίγο το σήμα αναχώρησης για Μπράλο δόθηκε. Επτά και μισή το τραίνο ξεκίνησε και εννιά βράδυ φτάσαμε στον Μπράλο. Μπράλος, στοπ το τραίνο, κατεβαίνω εγώ. Κόσμος, στρατός μπόλικος στρατός. Έρχεται απ’ τα κέντρα εκπαίδευσης, Κόρινθο, Καλαμάτα και από άλλες βάσεις στρατού. Άλλοι με προσωρινά και άλλοι φευγάτοι. Ποιος να κρατήσει το στρατό; Και ποιος από αυτούς να στείλει τούτα τα παιδιά στην Κρήτη, για άμυνα του νησιού; Ας είναι, τούτοι οι άνθρωποι τώρα τραβάνε για τα σπίτια τους και καμιά άλλη έννοια δεν τους τριβελίζει τη σκέψη και είναι όλοι Λαμιώτες, Θεσσαλοί, Μακεδόνες, εγκατελειμμένοι στη μοίρα τους, στη σκέψη τους και όπου βγούνε…
Ένας στρατός φρουρά του τόπου χτες, σήμερα άοπλος, πεινασμένος, κουρασμένος και εγκατελειμμένος στην τύχη του. Μπροστά βαθύ και πίσω ρέμα. Γιατί; Γιατί μπροστά τους στεργιώνεται το μέτωπο Καλλίδρομος και Θερμοπύλια το πράγμα… Συγκοινωνία δεν υπάρχει, τίποτα γι’ αυτούς δεν υπάρχει, ούτε γι’ αυτούς, που ανεβαίνουν, ούτε γι’ αυτούς που κατεβαίνουν. Ας τους και με την τύχη τους.

[Γερμανοί αλπινιστές προελαύνουν κοντά στις Θερμοπύλες. Πηγή: Το λυκόφως των ελπίδων, Νίκου Μακρυγιάννη]

germanikieisboli7

 

[Κυριάρχησε απόλυτα στους αιθέρες η Luftwaffe έναντι της ολιγάριθμης RAF. Κατεστραμμένα βρετανικά Haricane στο πεδίο προσγείωσης Αμφικλείας (Δαδί). Πηγή: Στρατιωτική Ιστορία, τχ 67, Μάρτιος 2002,  με την ευγενική φροντίδα του Σκαμνιώτη Δικηγόρου Περικλή Αστρακά]

germanikieisboli5
Σήμερα Σάββατο, Μεγάλο Σάββατο και εγώ ξημέρωσα στο κονάκι μου, στον Μπράλο, με φοβέρα απ’ τα στούκας “Τι θα κάνουν σήμερα;”. 19 ο Απρίλης, η καρδιά της Άνοιξης, θρασομανά τούτη, το ροδάμ στην πλαγιά του Σημείου σου στέλνει τα μελλούμενα της ζωής, λουλούδια και Άνοιξη παντού, δημιουργία η ζωή του κόσμου και εσύ ρωτάς γιατί ρε κεφαλαιοκράτες σκοτώνετε το γέλιο της γης;
Έτσι λοιπόν τούτοι αποδείχνουν πως το χρήμα παν’ απ’ όλους γι’ αυτό σήμερα δεν υπάρχει ανάσταση, ούτε χτες η σταύρωση και τούτες οι σκέψεις μου κόβονται απ’ την καλημέρα του Νίκου. Φαντάρος τούτος, ερχότανε απ’ την Καλαμάτα Κ.Ε., πολλές μέρες πορεία γώνιασε εκεί στην αγκωνή του γέρου μέχρι να περάσει η θέρμη των ημερών και ξεκινάει για τη Θεσσαλία, από εκεί ήτανε ο Νίκος…
Εκεί που έπινε τον καφέ του, σε μια στιγμή μου λέει: “Χτες τα πάθη του Χριστού, απ’ τον εβραϊσμό εκεί… σε μας σήμερα στούκας, βόμπες, μυδραλιοβολισμοί. Εμπόριο είναι και τούτο. Αυτό θέλουν αυτοί που φτιάχνουν τέτοια. Βλέπεις το αίμα απ’ τη ζωή είναι πιο φτηνό απ’ το χρήμα” και συνεχίζει “Πάμε.”. “Πού ρε Νίκο;” τον ρωτώ. “Στο σταθμό του τραίνου”, μου λέει, “για κανένα χαμπέρι”.
Ο Νίκος νοιαζότανε για τραίνο, έπρεπε να πάει στην πατρίδα του, τη Θεσσαλία. Όμως ο πόλεμος ζυγώνει και τούτο τον βασάνιζε, φαινότανε ο άνθρωπος από τη συμπεριφορά του, τη σκέψη του και όπως τραβάγαμε για το σταθμό του τραίνου, μου το είπε: “Άκου δω ρε φίλε, τούτος θα πάει και εκεί… και εκεί θα πεθάνει.”. “Πού ρε Νίκο;”. “Στη Μόσχα. Και εκεί θα τελειώσει το τέρας.”. Κατάλαβα, μου θύμισε τον Στέργιο Ιωάννου, τούτον τον τουφέκισε ο Κώστας Πυλιχός, αντισυνταγματάρχης των Γερμανών, ο Θέμης Ταμπακάς, βασιλικός επίτροπος και στρατοδίκης, ο Βασίλης Ντάος, σε τούτο το στρατοδικείο ο Ντάος δεν πήρε μέρος, είχε απόσχει, στις 2 του Δεκέμβρη του 1947. Για τον Νίκο δεν έμαθα ποτέ, τίποτα, και μάλλον είχε την ίδια τύχη με τον Στέργιο, προφανώς σε κάποια αυλακιά του Θεσσαλικού κάμπου. Σε κάποιο βαλτώδες όργωμα της Θεσσαλικής γης…
Ο Νίκος πήρε την απόφασή του, γι’ αυτό χωρίς αναβολή, γυρίζοντας στο σπίτι με ένα καρβέλι ψωμί στο σακίδιο του και με το καλό Θεσσαλέ μου, ο Νίκος, μέσα από αβέβαιες και άγριες στιγμές τράβηξε για τα μέρη του…
Σάββατο και απόγευμα 19 του Απρίλη και τέλος των παθών του αόρατου τούτου συμβάντος και οι Αυστραλοί, άλλοι σε αυτοκίνητα τζέιμς και άλλοι με χιαστί λισγάρια, αρχίσανε να ανιχνεύουν τα κουτπάρια και αντερείσματα, στα Μπραλιώτικα περάσματα και καραούλια, τούτα για προφύλαξη και άμυνας, για κάλυψη. Όλη η ημέρα ήσυχη και οι άνθρωποι, όσοι δεν είχανε τραβηχτεί στα απόκρυφα για προφύλαξη, αντιμετωπίσανε την εμφάνιση δύο αεροπλάνων, ένα στούκας και ένα Γιούνκερς, βληθήκανε από μυδράλιο δεν απαντήσανε τούτα, φύγανε προς Βοιωτία. Άλλες καταστάσεις, οι αμυνόμενοι απ’ τη μεριά του Αγίου Παντελεήμονα και στο μονοπάτι Παλιά Εκκλησιάς και Σελεβύθια που είναι σπαρτότοπος, ανοιχτός, πρόσφορος για αλεξιπτωτιστές.
Σε τούτο το μονοπάτι με συστάδες θάμνων, οι Αυστραλοί πιάσανε θέσεις μάχης και προφύλαξης. Στον Άγιο Παντελεήμονα με χοντρές βελανιδιές και σε ύψος τούτες, ακουμπήσανε αξιωματικοί, επιτελείο… Φαίνεται λοιπόν, πώς τούτες οι μικρές αποκεντρωμένες δυνάμεις είχανε σκοπό να αποφύγουν τα αεροπορικά χτυπήματα όσο μπορούσανε με λιγότερα θύματα ή και καθόλου, και επειδή οι Γερμανοί είχανε παντού τον αέρα των μαχών. Σε περίπτωση αλεξιπτωτιστών να αντιδράσουν. Στο αντέρεισμα της Αλπότρυπας το ίδιο παραταχθήκανε κάποιοι άνθρωποι, τούτα τα αντερείσματα είναι στην ίδια ευθεία και σε μικρή απόσταση μεταξύ τους.
Και απ’ εδώ τραβάμε και πατάμε όλο το οχυρωμένο τοπίο της δυτικής πλευράς του Μετώπου. Περιοχή Μπράλος. Από ώρα σε ώρα αναμένεται η σύγκρουση, ανισόμερη βέβαια οι δυνάμεις μεταξύ τους. Αυστραλών-Γερμανών. Υπέρ των δεύτερων…
Μεγάλο Σάββατο, ο ήλιος θαμπός και σκιαγμένος βιάστηκε να χαθεί πίσω απ’ τα δυτικά βουνά της Ρούμελης. Το βράδυ ήρθε και τούτο σκοτεινό και αγέλαστο κι ας είναι Απρίλης. Νύχτες με αστέρια και ορίζοντες μουντοί του καθαρού ουρανού και οι σύμμαχοι με τα λισγάρια στα χέρια εργάζονται, φτιάχνουν γούρνες, να φυλαχτούν για να ζήσουν, ή να θαφτούν εκεί μέσα. Και ποιοι θα είναι αυτοί, ούτε οι ίδιοι δεν το ξέρουν, άγνωστες τύχες περιμένουν τους ξανθούς μισθοσυντήρητους συμμάχους.
Έφεξε Κυριακή πρωί. Η ανάσταση δεν έδειξε το χαμόγελό της, θλιμμένη και τούτη, μόνο η Άνοιξη δείχνει τον οργασμό της ζωής στην απεραντοσύνη του σύμπαντος και τούτες οι λογικές σβήνουν απ’ τα τρομαχτικά ουρλιαχτά των στούκας με τους παλαβούς ανθρώπους οδηγούς τους. Πολλά είναι τούτα. Πόσα; Οι Φριτς ξέρουν για τον αριθμό τους.
Πολλά στούκας, πόσα, 100-150, αυτοί ξέρουν πάντως. Αλωνίσανε τον ουρανό Μπράλο από τούτη τη μεριά, το ίδιο και από την άλλη μεριά της Λοκρίδας, Μώλος, Αταλάντη και ακόμα απ’ το πέρα μέρος της θάλασσας, την Εύβοια. Αεροπλάνα λοιπόν και χαλασμός της ζωής, όπου τη βρούνε. Από τούτο το μέτωπο Πουρναράκι, Άι Στάθης, Άι Γιώργης, Μπράλος, Φουνταίικα, Άι Παντελεήμονας, αεροδρόμιο Δαδιού και εδώ 13 αεροπλάνα αφημένα, χωρίς πιλότους, ελληνικά και εγγλέζικα καήκανε στη γης. Και εδώ επειδή η ιστορία γράφεται, μόνο ο κομμουνιστής Αλέκος Δρούκαλης βρέθηκε και πήρε το γερμανικό μυδράλιο και ο Γιώργος Φαρδελάς ένα εγγλέζικο. Ο Αλέκος Δρούκαλης άδειασε όλα τα βαρέλια βενζίνης και έτσι οι Γερμανοί σταθήκανε άτυχοι.
Χαλασμός, λοιπόν, στα πεδία “της τιμής”, αντάρα ο πόλεμος, φωτιά και σίδερο στη γη και από κάτω τα αντιαεροπορικά που φυλάγανε τη γέφυρα Παπαδιάς, να πετάνε φωτιές στον ουρανό. Σύννεφο, γης και o ουρανός, σκοτείνιασε ο τόπος της περιοχής κι ο ουρανός να βρέχει τα σκασμένα συντρίμμια των οβίδων και από κάτω όποιον πάρει ο χάρος.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *