Οι Ρουμελιώτες στην Επανάσταση του 1821

FtS86

1) Ο Giuseppe Pechio ήτο Ιταλός κόμης, ήρθε στην Ελλάδα κατά το τέλος του 1824 και παρέμεινε μέχρι του τέλους Ιουνίου 1825. Είχεν αναμιχθή στα επαναστατικά κινήματα της πατρίδος του Ιταλίας και Ισπανίας, δια δε την ανάμειξή του εις Ιταλίαν είχεν διωχθή και καταδικασθή. Ερχόμενος στην Ελλάδα, συνωδεύετο από τον Pietro Camba, ακόλουθο του Byron (Μπάϋρον), ο οποίος ήτο απεσταλμένος και έμπιστος της Τράπεζας Ricardo.

2) Ο Giuseppe Pechio λέγει δια τους Ρουμελιώτες πολεμιστές:
«…Πίστευα πάντοτε πώς οι Ιταλοί ζωγράφοι, εικονογραφώντας τους άθλους της ρωμαϊκής ιστορίας, έδιναν σε τόνο υπερβολής τα χρώματα και τις μορφές των Ρωμαίων στρατιωτών. Τα αυστηρά πρόσωπα, τα αθλητικά μέλη, οι σκούρες επιδερμίδες μου φαίνονταν όλα γελοιογραμμένα. Αλλά όταν είδα τους Ρουμελιώτες κατάλαβα ότι εκείνες οι εικόνες ήσαν ρεαλιστικές. Οι Ρουμελιώτες είναι οι πιο όμορφοι και οι πιο ρωμαλέοι άνδρες που είδα ως τώρα. Το ηλιοκαμένο τους δέρμα είναι μπρούντζινο, το στέρνο τους πλατύ σαν μεταλλικός θώρακας. Η φύση τους πλούτισε με άφθονα μαλλιά που τα αφήνουν να πέφτουν πυκνά και κυματιστά. Και θα ήσαν ωραιότερα αν δεν είχαν την συνήθεια να ξυρίζουν τους κροτάφους τους.

Ήσαν φρικτά ρυπαροί επειδή δεν ξεντύνονταν ποτέ κατά την διάρκεια της εκστρατείας ούτε άλλαζαν πουκάμισο. Τα χέρια τους όμως έλαμπαν από καθαριότητα. Τα πλούσια όπλα τους πού άστραφταν από χρυσάφι και ασήμι ήταν μια περίεργη αντίθεση πάνω στα κατάμαυρα από την λέρα πουκάμισά τους. Δεν είχαν γυλιό ή άλλο σάκκο για να κουβαλούν χρήσιμα πράγματα. Δυνατοί σαν λέοντες και ευκίνητοι σαν κατσίκια. Είδα τους εξαίρετους γρεναδιέρους του Ναπολέοντα και τους υπέροχους ΄Αγγλους φρουρούς. Αλλά οι Σουλιώτες και οι Ρουμελιώτες τους ξεπερνούν όλους» (Ανδρέας Καλαντζάκος: Η Ρούμελη του 1821, Αθήνα 2001, σελίδες 34 – 35).

3) Μετά τας ανωτέρω πληροφορίας, γίνεται πλήρως κατανοητόν το ποίημα του Ζαλοκώστα, το Χάνι της Γραβιάς:

«Από κρότων οργάνων βουΐζει,
το Βουνό της Γραφιάς αντηχεί
λάμπουν όπλα χρυσά
και λερή φουστανέλλα μαυρίζει».

4) Στα χρυσά όπλα και τις λερές φουστανέλλες οφείλουμε την λευτεριά μας και στους ρωμαλέους Ρουμελιώτες πολεμιστές.

Αθήνα, 5 Μαΐου 2006 / Περικλής Αστρακάς

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *